Διοργάνωση:
Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστήμιου Κύπρου
Εισήγηση: Μιχάλης Ττερλικκάς
Χώρος: Καστελλιώτισσα
Ημερομηνία/ώρα: 2/12/99 - 08:15μ.μ.
Τα Κάλαντα, ή Καλήμερα, ή άσματα του αγερμού είναι τραγούδια με
θρησκευτικό κυρίως χαρακτήρα και όχι μόνο. Λέγονται κυρίως από
παιδιά, σε συγκεκριμένες μέρες του χρόνου, από πόρτα σε πόρτα
και συνοδεύονται πάντοτε από φιλοδώρημα από τους νοικοκύρηδες
προς τους καλαντιστές.
Τέτοια τραγούδια λέγονταν τα Χριστούγεννα, την
Πρωτοχρονιά, τα Φώτα, το Σάββατο του Λαζάρου, την Κυριακή των
Βαΐων και το βράδυ της Ανάστασης. Παλαιότερα δε είχαμε τα χελιδονίσματα*,
την περπερούνα** τον Μάν, τον κλήδονα, το τραγούδι του Ζαφείρη
στην Ήπειρο, του Λειδινού στην Αίγινα. Σήμερα έχουν παραμείνει
κυρίως τα κάλαντα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Για
τη σημερινή τους μορφή - ή την κατάντια καλύτερα - θα αναφερθούμε
αργότερα.
Η ονομασία “Κάλαντα” προέρχεται από τις αρχαίες
Ρωμαϊκές Καλένδες, που ήταν γιορτές που γίνονταν στην αρχαία Ρώμη
κατά τις πρώτες πέντε ή επτά μέρες κάθε μήνα. Στη διάρκειά τους
που ήσαν μέρες αργίας, επικρατούσε μεγάλη ευθυμία και γίνονταν
μεγάλες ολονύχτιες διασκεδάσεις οινοποσίες, μεταμφιέσεις και όργια.
Ήταν δε ιδιαίτερα λαμπρές οι καλένδες του Γενάρη που συνέπιπταν
με την αρχή του χρόνου και τις γιορτές προς τιμή του θεού Ιανού
(εξ’ ου και ο Ιανουάριος).
Παρ’ όλο όμως που τα κάλαντα πήραν την ονομασία
τους από τις Ρωμαϊκές Καλένδες η προέλευσή τους είναι αρχαία ελληνική
- από το έθιμο της Ειρεσιώνης. - Πέρασαν μετά στο Βυζάντιο και
έφτασαν μέχρι τις μέρες μας.
H Ειρεσιώνη ήταν ένα έθιμο της αρχαίας Ελλάδας
που εγίνετο δυο φορές το χρόνο. Μια την Άνοιξη για να παρακαλέσουν
τους θεούς να προστατέψουν τη σοδειά, και μια το Φθινόπωρο για
να τους ευχαριστήσουν για την καλή συγκομιδή που είχαν.
Κατά το έθιμο αυτό “παίδες αμφιθαλείς” που είχαν
δηλαδή ζώντες και τους δύο γονείς γύριζαν από σπίτι σε σπίτι κρατώντας
κλαδί ελιάς πάνω στο οποίο είχαν κρεμασμένα, κομμάτια από άσπρο
και κόκκινο βαμμένο μαλλί, - σύμβολα της υγείας και της ομορφιάς
-, διάφορους καρπούς, και τρία δοχεία, με λάδι, κρασί και μέλι,
τραγουδώντας ευχές για την καρποφορία της γης και παινέματα για
τους νοικοκυραίους.
Ο Πλούταρχος αναφέρει ένα συγκεκριμένο τραγούδι
της Ειρεσιώνης.
Ειρεσιώνη σύκα φέρει και πίονας άρτους
και μέλι εν κοτύλη
και έλαιον αναφύσασθαι,
και κύλικ’ εύζωρον
ως αν μεθύσασα καθεύδει.
Η Ειρεσιώνη φέρει σύκα
και φουσκωτά ψωμιά
και μέλι στο κύπελλο
και λάδι για το φως
και κούπα μ’ αγνό κρασί
για να μεθύσει και να κοιμηθεί.
Σε μια έκδοση της Οξφόρδης με τίτλο “Ομήρου βίοι”, αναφέρεται
ότι ο ίδιος ο Όμηρος έλαβε μέρος κάποτε στη Σάμο στο έθιμο της
Ειρεσιώνης. Αναφέρει το αρχαίο κείμενο.
“….Παραχειμάζων δε Όμηρος εν τη Σάμω, ταις νουμηνίαις
προσπορευόμενος προς τας οικίας τας ευδεμονεστάτας,
ελάμβανε τι αείδων τα έπεα τάδε, α καλείται Ειρεσιώνη,
ωδήγουν δε αυτόν και συμπαρήσαν
αεί, των παίδων τινές των εγχωρίων:
Δώμα προσετραπόμεσθ’ ανδρός μέγα δυναμένοιο,
ος μέγα μεν δύναται, μέγα δε βρέμει, όλβιος αιεί.
Αυταί ανακλίνεσθαι θύραι πλούτος γαρ έσεισι πολλός,
συν πλούτω δε και ευφροσύνη τεθαλυία, ειρήνη τ’ αγαθή.
Όσα δ’ άγγεα, μεστά μεν είει κυρβαίη δ’ αεί
κατά καρδόπου έρποι μάζα,
νυν μεν κριθαίην εώπιδα σησαμόεσσαν…”
Το οποίο σε μετάφαση λέει:
Όταν ξεχειμώνιαζε ο Όμηρος στη Σάμο, πήγαινε
κάθε πρωτομηνιά στα πιο πλούσια σπίτια και έπαιρνε μια μικρή αμοιβή
τραγουδώντας το τραγούδι αυτό που καλείται Ειρεσιώνη, ενώ τον
οδηγούσαν και ήταν πάντα μαζί του και μερικά ντόπια αγόρια:
“Ήρθαμε ως ικέτες στο σπίτι πολύ ισχυρού ανθρώπου,
που’χει μεγάλη δύναμη και μεγάλη ισχύ κι είναι πάντα ευτυχισμένος.
Οι πόρτες ν’ ανοίγετε από μόνες σας καθώς πλούτος μπαίνει πολύς,
και μαζί με τον πλούτο άφθονη ευφροσύνη
και αγαθή ειρήνη. Όσα πιθάρια έχετε, να είναι γεμάτα,
και πάντοτε να ‘ρχεται κριθαρένιο ψωμί στα δοχεία σας …”
Η Ειρεσιώνη πήρε το όνομά της από τη λέξη “Είρος”,
που αργότερα έγινε έριον και στη συνέχεια μαλλί. Όμως με τον καιρό
η Ειρεσιώνη πήρε την έννοια κάθε τραγουδιού που είχε χαρακτήρα
ευχετικό και επαινετικό όπως τα δικά μας κάλαντα. Τα παιδιά λοιπόν
γύριζαν από σπίτι σε σπίτι τραγουδούσαν την Ειρεσιώνη και οι νοικοκύρηδες
τους έδιναν για φιλοδώρημα διάφορα γεννήματα. Σαν τέλειωναν άφηναν
την Ειρεσιώνη έξω από το ναό, και έμενε εκεί να ξηρανθεί μέχρι
την επόμενη άνοιξη ή το Φθινόπωρο, που θα έφτιαχναν άλλη.
Το έθιμο λοιπόν αυτό καθώς και άλλα αρχαία ελληνικά έθιμα, πέρασαν
στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους, στη συνέχεια στο Βυζάντιο και
από κεί διατηρήθηκαν μέχρι τις μέρες μας.
Αξιοποιώντας οι πατέρες της Εκκλησίας το εορταστικό
κλίμα που επικρατούσε στις μεγάλες ειδωλολατρικές γιορτές κατά
την περίοδο από τις 22 Δεκεμβρίου μέχρι και τις πρώτες μέρες του
Γενάρη, όπως η γιορτή του αήττητου Ήλιου, του Μίθρα, κατά την
οποία γιόρταζαν τη νίκη του ήλιου κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο
οπότε αρχίζει πλέον να μεγαλώνει και πάλι η μέρα, να νικά δηλαδή
το φως το σκοτάδι και να γεννιέται καινούργια ελπίδα, μα και για
να εκτοπίσουν τα παλιά ειδωλολατρικά έθιμα, τοποθέτησαν τις μεγάλες
γιορτές της χριστιανοσύνης, Χριστούγεννα, Περιτομή, Φώτα, μέσα
σ’ αυτή την περιόδο.
Η επίσημη εκκλησία αντέδρασε έντονα στα ειδωλολατρικά
αυτά έθιμα και προσπάθησε να ξεριζώσει ότι είχε σχέση με την παλιά
θρησκεία. Διασώζονται μάλιστα από την εκκλησιαστική ιστορία πύρινοι
λόγοι επισκόπων ενάντια στα έθιμα αυτά. Αναφέρεται δε ότι ο Ιερός
Χρυσόστομος έφτασε στο σημείο να απορρίπτει κάθε είδους τραγούδι,
ακόμα και αυτά που τραγουδούσαν οι γυναίκες όταν ύφαιναν. Όταν
δε ρωτήθηκε τι θάπρεπε να τραγουδούν, απάντησε: “Τους ψαλμούς
του Δαυΐδ”.
Όλες όμως οι προσπάθειες όσο έντονες και να ήσαν,
δεν καρποφόρησαν. Έτσι όπως γράφει ο Νίλσον: “Ο χριστιανισμός
που εύκολα γκρέμισε τους θεούς του Ολύμπου με όλες τις αδυναμίες
τους, δεν κατάφερε να ξεριζώσει τα σχετικά έθιμα, γιατί ήταν βαθειά
ριζωμένα στη συνείδηση του λαού, που τα είχε απόλυτη ανάγκη”.
Το μόνο λοιπόν που έμενε ήταν ο συμβιβασμός. Έτσι
η εκκλησία επέλεξε αντί να πολεμά τα παλιά έθιμα, να τα υιοθετήσει
και να τους προσδώσει σιγά-σιγά χριστιανικό χαρακτήρα.
Έτσι τα κάλαντα κατά την περίοδο του Βυζαντίου, με τη συμμετοχή
λογίων ανθρώπων της εκκλησίας, αλλάζουν θεματολογία και αναφέρονται
πλέον στο θρησκευτικό γεγονός της ημέρας, διατυπώνοντας μάλιστα
και θεολογικές θέσεις. Διατηρούν όμως τις ευχές για τους νοικοκύρηδες,
την καρποφορία της γης και τις επικλήσεις για φιλοδώρημα. Αυτό
δίνει και την εξήγηση γιατί αρκετά κάλαντα έχουν λόγιο ύφος και
γλώσσα, και βασίζονται πάνω σε εκκλησιαστικούς ύμνους. Αναφέρω
ένα παράδειγμα.
Λέει ένας Βυζαντινός ύμνος του 14ου αιώνα μ.Χ.
Σήμερον η κτίσις - φωτίζεται
και πανηγυρίζει - ευφραίνεται
Από της ερήμου - ο Πρόδρομος
ήλθε να βαπτίσει - τον Κύριον
Ένα δε κάλαντο των Θεοφανείων:
Σήμερον τα φώτα κι’ οι φωτισμοί
Η χαρά η μεγάλη κι’ οι αγιασμοί
Άη Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή
έλα να βαφτίσεις, Θεού παιδί.
Παίρνοντας ο λαός αυτά τα κάλαντα που γράφτηκαν και διαδόθηκαν
από λόγιους ανθρώπους επέφερε αλλαγές στην εξιστόρηση των γεγονότων
που πολλές φορές είναι τελείως εξωπραγματικές και δεν στέκουν
καθόλου στην λογική. Οστόσο παραμένουν πάντα συγκινητικές και
όμορφες με μια αντίληψη του θαύματος όπως το νοιώθει ο απλός λαός
και κυρίως τα παιδιά.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πιο κάτω κάλαντο των Χριστουγέννων
από τη Θράκη.
Σαράντα μέρες σαράντα νύχτες
η Παναγιά μας κοιλοπονούσε.
Κοιλοπονούσε, παρακαλούσε
τους Αρχαγγέλους, τους Αποστόλους.
Σεις Αρχαγγέλοι και Αποστόλοι
στη Σμύρνη παέντ’τη μάμη να φέρ(ε)τε.
Κι’ όσο να πάνε κι’ όσο να έρθουν
Η Παναγιά μα ξηλιφτερώθηκ’.
Λόγω λοιπόν αυτής της κοινής θεματολογίας και
της προέλευσης από λόγιους ανθρώπους της εκκλησίας, τα κάλαντα
όσον αφορά στο στίχο είναι σχεδόν τα ίδια σε όλο τον ελληνισμό.
Και αυτές ακόμα οι τοπικές διάλεκτοι παραμερίζονται και επικρατεί
η κοινή εκκλησιαστική γλώσσα, με ελάχιστες αλλαγές προσαρμογής
προς την κάθε τοπική διάλεκτο - κυρίως όσον αφορά στην εκφορά
του λόγου - που έγιναν με το πέρασμα του χρόνου όταν από τους
λόγιους πέρασαν στο στόμα του λαού. Σε μακροσκελή όμως κάλαντα
των οποίων η διάσωση και διάδοση έγινε με τον γραπτό λόγο - δηλαδή
ήταν γραμμένα σε χειρόγραφα τετράδια που περνούσαν από τον πατέρα
στο γυιό και τον εγγονό, τα οποία κατά καιρούς αντιγράφονταν λόγω
της φθοράς του χρόνου, - οι επεμβάσεις και αλλαγές είναι ελάχιστες
και αυτές γίνονταν είτε λόγω του ότι ήταν δυσανάγνωστα είτε γιατί
ο αντιγράφων άλλαζε κάποιες λέξεις που κατά τη γνώμη του ταίριαζαν
καλύτερα.
Παραθέτω εδώ ένα παράδειγμα δύο πανομοιότυπων
καλάντων.
Κάλαντα Χριστουγέννων από την Αττική.
Καλήν εσπέραν άρχοντες κι’ αν είν’ ο ορισμός σας
Χριστού τη θεία γέννηση να πω στ’ αρχοντικό σας.
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλη
οι ουρανοί αγάλλονται χαίρει η κτίσις όλη.
Εν’ τω σπηλαίω τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων
ο Βασιλεύς των Ουρανών και Ποιητής των όλων
Πλήθος αγγέλων ψάλλουσιν, το δόξα εν υψίστοις
και τούτον άξιον εστί, η των ποιμένων πίστις.
Εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι με τα δώρα
άστρο λαμπρό τους οδηγεί χωρίς να λείψει ώρα….
Και τα Κυπριακά Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα
Καλήν εσπέραν άρκοντες τζι’ αν εν ο ορισμός σας
Χριστού τη Θεία Γέννηση να πω στ’ αρκοντικό σας
Γριστός γεννιέται σήμερον στην Βηθλεέμ την πόλιν
οι Ουρανοί αγάλλονται μαζί κι’ η φύσις όλη.
Γεννιέται μεσ’ το σπήλαιο στην πάγνην των αλόγων
ο Βασιλιάς των Ουρανών τζι’ ο πλάστην ημών όλων.
Αντζιέλοι εις τους ουρανούς ψάλλουν το εν υψίστοις
τζιαί κάτω φανερώνεται εις τους βοσκούς ο κτίστης.
Που την Περσίαν έρκουνται τρεις μάγοι με τα δώρα
τζι’ έναν αστέριν λαμπερόν τους οδηγά στη χώραν.
Πέραν όμως
από τη δημιουργία των λογίων κατά τους Βυζαντινούς κυρίως χρόνους,
υπάρχει και πληθώρα καλάντων που δημιουργήθηκε από το λαό, τα
οποία ακολουθούν το ύφος, τη δομή και τη διάλεκτο του δημοτικού
τραγουδιού. Τα κάλαντα αυτά είναι σαφώς πιο ζεστά και πιο άμεσα
από τα λόγια.
Λέει για
παράδειγμα ένα κάλαντο του Μωριά.
Ήρθανε τα
Χριστούγεννα ήρθανε οι γιορτάδες,
φτιάχνουν κυρές χριστόψωμα και δίπλες οι νυφάδες.
Αυτές οι μέρες τόχουνε αυτές οι εβδομάδες
να τραγουδάνε τα παιδιά να χαίροντ’ οι μανάδες.
Κι ένα άλλο
από τη Θράκη.
Άνοιξι’
πόρταμ’ άνοιξι, πόρτα μου καμαρένια
έχου δυο λόγια να σι πω κι’ κείνα ζαχαρένια.
Ποιός εισ’ εσύ ν’ ανοίξω γω; ν’ ανοίξου νάρθεις μέσα;
Εγώ μι που σου τάστειλα στου μαντηλάκ’ διμένα,
τα μήλα τα δαμάσκηνα τα τρουφαντά κιράσια….
Ας μεταφερθούμε
όμως σ’ ένα χωριό της ελληνικής επαρχίας πριν 30 - 40 χρόνια,
παραμονές Χριστουγέννων να δούμε πως λειτουργούσε το έθιμο μέσα
στο λαό.
Από μέρες πριν, τα παιδιά άρχιζαν να προετοιμάζονται για τα κάλαντα
ή κόλιαντα. Καθισμένα κάθε βράδι γύρω από τη φωτιά έκαναν πρόβες
και ετοίμαζαν τις ματσούκες τους - γερές χλωρές βέργες με χοντρό
κεφάλι στην άκρη που τις λένε και ττοπούζες, ματσούκια, κατσούνες.
- Οι βέργες αυτές συμβόλιζαν τα ραβδιά των ποιμένων της Βίβλου,
μα ήταν κι ένα αμυντικό όπλο για τα σκυλιά όταν θα γύριζαν τις
γειτονιές για τα κάλαντα. Μ’ αυτές θα κτυπούσαν τις πόρτες, θ’
ανακάτευαν τη χόβολη σε κάθε σπίτι για να πούνε τις ευχές, μ’
αυτές θα κτυπούσαν ελαφρά στην πλάτη τις νιόπαντρες για να κάνουν
πολλά παιδιά, μ’ αυτές θα κτυπούσαν τ’ αμπάρια για νάναι πάντα
γεμάτα.
Είχαν δηλάδη
αυτές οι ματσούκες και μαγικές ιδιότητες. Αφού τέλειωναν τις προετοιμασίες,
λίγη ώρα πριν τα μεσάνυχτα την παραμονή των Χριστουγέννων, με
σύνθημα την καμπάνα μαζεύονταν όλα τα παιδιά από 10-12 χρονών
και πάνω στην αυλή της εκκλησίας. Τα πιο μικρά παιδιά πήγαινα
χώρια.
Από κει ξεκινούσανε για να γυρίσουν όλα τα σπίτια του χωριού.
Πρώτα έπρεπε να πάνε στο σπίτι του ιερέα και μετά στα υπόλοιπα.
Για την κάθε περίπτωση είχαν και τους κατάλληλους στίχους.
Για τον ιερέα
Απάνω σε μοσκομηλιά και κάτω σ’ άγιο κλήμα
ιδώ κοιμάτ’ ο Δέσποτας με τον σταυρό στο χέρι
μι του σταυρό μι του χαρτί μι τ’ άγιο του βαγγέλιον…
Για τον
τσοπάνη
Τ’ αφέντη μας τα πρόβατα τ’ αφέντη μας τα γίδια
τ’ αφέντη μας και το μαντρί με το φλουρί πλεγμένο,
αν είναι χίλια κι’ εκατό να γίνουν τρεις χιλιάδες,
κι αν είναι τρεις και τέσσερις να γίνουν δεκαπέντε…
Για τον
νοικοκύρη
Αφέντη μου πεντάφεντε, πέντε φορές αφέντη,
εσένα στεκ’ αφέντη μου καθέκλα καρυδένια,
για ν’ ακουμπάς την πλάτη σου τη μαργαριταρένια.
Για την
νοικοκυρά
Κυρά χρυσή κυρ’ αργυρή κυρά μαλαματένια
κυρά μ’ όταν στολίζεσαι και πας στην εκκλησία σου
βάνεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγέρι στήθος
και τον καθάριο αυγερινό τον βάνεις δακτυλίδι.
Για τον
γυιό
Έλα κι’ ασ το παινέσουμε τούτο το παλληκάρι
οπ’ όχει πλάτες γι’ άρματα κι’ αρμούς για το λιθάρι.
Τα χέρια γοργογύριστα να ρίχνουν τη σαΐττα
να σαϊτίζουν τα πουλιά και τ’ όμορφα κορίτσια…
Για την
κόρη
Κεράμ’ τη θυγατέρα σου κεραμ’ την ακριβή σου
απ’ το φλουρί δεν φαίνεται και το μαργαριτάρι.
Στο σύννεφο την έκρυψες να μην την αβασκαίνουν
την είδαν κόσμοι κι’ έφριξαν, παπάδες και θαμάξαν…
Για τον
ξενιτεμένο
Ξενιτεμένο μου πουλί, και παραπονεμένο
η ξενιτειά σε χαίρεται κι’ εγώ χω τον καυμό σου.
Τι να σου στείλω ξένε μου τί να σου προβοδίσω;
Να στείλω μήλο σέπεται, κυδώνι μαραγκιάζει,
να στείλω και το δάκρυ μου σ’ ένα λινό μαντήλι,
το δάκρυ μου ’ναι καφτερό σου καίει το μαντήλι…
Για το μικρό
παιδί.
Ένα μικρό μικρούτσικο μικρό χαϊδεμένο,
μικρό τόχει η μάνα του, μικρό και ο πατέρας τ’.
Το έλουζαν το χτένιζαν στο δάσκαλο τον στέλνουν
κι’ ο δάσκαλος το καρτερεί με μια χρυσή βεργίτσα…
Για το σπίτι
Όσ’ άστρα έχ’ ο ουρανός και φύλλ’ από τα δέντρα,
τόσα καλά να δώσ’ ο θιός εδώ που τραγουδάμε
Προτροπές για φιλοδώρημα
Άφεντη μου ευγενικέ πούχεις μεγάλη χάρη
που σ’ έχουμε στον τόπο μας το λαμπρό φεγγάρι
άνοιξε το πουγκάκι σου το μαργαριταρένιο
αν έχεις γρόσια δώσ’ μας τα αν έχεις και παράδες
αν έχεις και γλυκό κρασί βάλε να μας κεράσεις…
Και τέλος
σε περίπτωση που ο νοικοκύρης αρνηθεί να δώσει φιλοδώρημα
Αφέντη μου
στην κάπα σου χίλιες χιλιάδες ψείρες.
Άλλες γεννούν άλλες κλωσσούν κι’ άλλες αυγά μαζώνουν….
Αφού τέλειωνε
το τραγούδι ο νοικοκύρης πρόσφερε στα παιδιά, αμύγδαλα, χαρούπια,
καρύδια, κάστανα κι ότι άλλο αγαθό είχε το σπίτι. Κάποτε δε οι
ευκατάστατοι έδιναν και λεφτά. Όλα αυτά, τα παιδιά, τάλεγαν βλιάγματα
και στο τέλος τα μοιραζόντουσαν εξ’ ίσου.
Όλη αυτή
η διαδικασία επαναλαμβάνετο και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.
Στη βόρεια Ελλάδα τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς τα λένε “Σούρβα”.
Αν τα κάλαντα των Χριστουγέννων ήταν για τα παιδιά μια μεγάλη
γιορτή, τα Σούρβα ήταν ακόμα μεγαλύτερη, γιατί δεν θα περιορίζονταν
μόνο στο χωριό τους αλλά θα πήγαιναν και σε γειτονικά χωριά, γι’
αυτό ήταν και καλοντυμένα.
Στα Σούρβα,
αντί για ματσούκες κρατούσαν φρεσκοκομμένες κλάρες μπουμπουκιασμένης
κρανιάς (είναι ένας θάμνος με πολύ γερό ξύλο). Με αυτές κτυπούσαν
στις πλάτες μα και στο σταυρί για νάναι γεροί και καλόκαρδοι.(Σταυρί
είναι το σημείο που η σπονδυλική στήλη ενώνεται με τη λεκάνη).
Ένα χαρακτηριστικό
κάλαντο για τα “Σούρβα” είναι το πιο κάτω:
Σούρβα,
Σούρβα, γιρό κουρμί, γιρό σταυρί
σαν ασήμι σαν κρανιά, κι’ του χρόνου ούλ’ γιροί, καλόκαρδοι
Σούρβα, Σούρβα γειά χαρά, για σταφίδια για παρά,
για καρύδι, για παντέμια γι’ ένα ξυλοκέρατου.
Όταν τα παιδιά
τελείωναν απ’ τα “Σούρβα” μαζευόντουσαν σ’ ένα σπίτι για να γλεντήσουν
με ότι μάζεψαν. Η επιλογή του σπιτιού δεν ήταν τυχαία. Διάλεγαν
ένα σπίτι κάποιου φτωχού ούτως ώστε να διασκεδάσουν και αυτοί
και να καρπωθούν τα περισσεύματα που ήταν πλούσια.
Για την προέλευση
της λέξης “Σούρβα” οι απόψεις διΐστανται. O GUSTAV MEJER KAI O
ΑΒΒΟΤ υποστηρίζουν ότι προέρχεται από το σλάβικο “σούροβο νόβα
γκοτίνα” που σημαίνει νέο έτος, ενώ ο Φαίδων Κουκουλές (Βυζαντινολόγος
) και ο Κώστας Καραπατάκης λαογράφος υποστηρίζουν ότι προέρχεται
από το κλαδί της κρανιάς που κρατούσαν τα παιδιά η οποία στη Θράκη
λέγεται Σουρβιά.
Η ονομασία αυτή παλαιότερα ήταν γνωστή στην Θεσσαλία, Βόρεια Ελλάδα
και ανατολική Ρωμυλία. Τούτο αποδεικνύει ή παροιμία “Σαν σ’ άρεσε
στα κάλιαντα, έλα και στα Σούρβα”, που λέγεται ακόμα σ’ αυτές
τις περιοχές.
Στα κάλαντα
της Πρωτοχρονιάς υπάρχει το στοιχείο των ευχών για καλή αρχή και
καλή τύχη. Αυτό όμως που κυριαρχεί είναι ο Άης Βασίλης. Δεν λείπουν
βέβαια και τα παινέματα για τον καθένα, ανάλογα με την περίπτωση
καθώς και η επίκληση για φιλοδώρημα.
Ο θάνατος
του Αγίου Βασιλείου συνέπεσε με την πρώτη του Γενάρη του 379 μ.χ.
Έτσι συνδέθηκε το όνομά του, από τους Ορθόδοξους, με τους εορτασμούς
της Πρωτοχρονιάς. (Οι Δυτικοί έχουν τον Αγ. Σιλβέστρο, τον Αγ.
Νικόλαο κτλ.).
Η λαϊκή παράδοση που από τα αρχαία χρόνια ήθελε την Πρωτοχρονιά
μέρα σημαδιακή για την εξέλιξη της χρονιάς φόρτισε και τον άγιο
της με όλες εκείνες τις ιδιότητες που ανταποκρίνονται στους πόθους
και τις ανάγκες της. Έτσι ο Αγ. Βασίλης παρουσιάζεται συχνά σαν
ζευγολάτης.
Λέει ένα
κάλαντο του Άη Βασίλη.
Αρχιμηνιά
κι’ αρχή χρονιά κι’ αρχή του Γενναρίου
κι’ αρχή που βγήκε ο Χριστός στη γη να περπατήσει,
εβγήκε και χαιρέτισε όλους τους ζευγολάτες
κι’ ο πρώτος που χαιρέτισε ήταν ο Άης Βασίλης.
Άγιε Βασίλη Δέσποτα, καλό ζευγάρι κάνεις.
Με την ευχή σου Δέσποτα, καλό κι’ ευλογημένο.
Στα πλείστα
κάλαντα του Άη Βασίλη υπάρχουν τα εξής σημαντικά στοιχεία.
Ο Άγιος έρχεται από την Καισσάρεια σε τόπο αγροτικό, έρχεται με
χαρτί και καλαμάρι γνωρίζοντας γράμματα, του ζητούν να τους τραγουδήσει
αλλά αυτός αρνείται λέγοντας πως δεν ξέρει τραγούδια. (Ίσως αυτό
να συνδέεται με τη θέση των πατέρων της εκκλησίας - που αναφέραμε
προηγουμένως - που ήταν ενάντια σε κάθε μορφή τραγουδιού και διασκέδασης).
Τότε του ζητούν να τους πει την ΑΒ που εκείνοι δεν ξέρουν. Πρόθυμος
ακουμπά το ραβδί του που ήταν ξερό και θαυματουργικά πετάει βλαστάρια
και κλωνάρια κι’ απάνω τους κελαηδούν πουλιά.
Ένα κάλαντο κυπριακό για τον Άη Βασίλη, που κατέγραψα από τον
αγαπητό μου φίλο Χαράλαμπο Δημοσθένους από την Κοντέα λέει:
Άης Βασίλης
έρκεται απού την Καισσαρείαν,
εβάσταν εις το σιέριν του Χριστόν τζιαι Παναΐαν.
Οι λιόντες τον επιάσασιν μέσα στα μερσινάτζια,
Βασίλη ξέρεις γράμματα, πέ μας τ’ αρφαβητάτζια.
Εκούμπησεν την βέρκαν του να πει τ’ αρφαβητάτζια,
τζειπάνω σ’ τζιείν’ την βέρκαν του κλωνάρκα εποιούσαν
τζειπάνω σ’ τζείνα τα κλωνιά πουλιά ετζελαδούσαν
Η τζίχλα φέρνει το νερόν τζι’ η φάσσα το σαπούνι
τζι’ η πέρτικα τα ρούχα του τα μουσκομυρισμένα
τζιαι καλημέρ’ άγια γιορτή δώστε μας πουλουστρέναν.
Οι μαγικές
αυτές ιδιότητες του ραβδιού του Άη Βασίλη, παραπέμπουν σύμφωνα
με ορισμένους λαογράφους στο ραβδί του Ααρών της Παλαιάς Διαθήκης
και κατ’ άλλους στα κλωνάρια που πέταξε η Ιερή Ελιά της Ακρόπολης
αμέσως μετά την πυρπόλισή της από τους Πέρσες όπως τη θέλει η
παράδοση που διασώζει στα ιστορήματά του ο Ηρόδοτος.
Η μορφή του
Άη Βασίλη στη φαντασία του λαού ήταν ασκητική και λιτή. Δεν κουβαλάει
δώρα, αλλά περιμένει να του προσφέρουν οι νοικοκυραίοι την πατροπαράδοτη
ελληνική φιλοξενία κι’ αυτός για αντάλλαγμα θα τους δώσει την
ΑΒ, που κάνει το ξερό ραβδί ν’ ανθίσει, θα τους ευλογήσει τα σπαρτά
και τα ζώα τους.
Δεν είχε λοιπόν καμιά σχέση με τον ξενόφερτο δυτικό Άη Βασίλη
που μας έχει επιβάλει η coca-cola τις τελευταίες δεκαετίες, τον
καλοθρεμμένο, με ροδαλά μάγουλα, άσπρα γένια και κόκκινα φανταχτερά
ρούχα φορτωμένο δώρα, που ενίοτε κατεβαίνει εξ’ ουρανού με ελικόπτερο.
Τα Φώτα είχαν
κι’ αυτά τα δικά τους κάλαντα. Το πρωΐ της ημέρας των Φώτων τα
παιδιά γυρνούσαν και πάλι από σπίτι σε σπίτι και λέγανε τα κάλαντα
των Φώτων. Όπως είναι φυσικό το θέμα που κυριαρχεί στα κάλαντα
αυτά είναι η βάφτιση του Χριστού από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και
η εμφάνιση της Αγίας Τριάδας. Μερικά από αυτά τα κάλαντα θα παρουσιάσουμε
στο μουσικό μέρος της βραδιάς.
Στην Κύπρο,
μα και στον υπόλοιπο ελληνισμό εσυνηθίζετο η προσφορά δώρων στους
νέους και τις νέες. Το έθιμο αφορά κυρίως στη σχέση νονού και
βαφτιστικού, εις ανάμνηση της βάφτισης του Χριστού. Εξ΄ ου και
η φράση “Καλημέρα τζιαι τα Φώτα τζιαι την πουλουστρίναν πρώτα”
Το τραγούδι
του Λαζάρου:
Στην Κύπρο
τα παιδιά από την παραμονή του Σαββάτου του Λαζάρου έκοβαν ένα
κλαδί ελιάς, στο ύψος ενός παιδιού περίπου, αφαιρούσαν τα κλαδιά
και άφηναν ένα θύσσανο στην κορυφή. Μάζευαν αγριολούλουδα και
τα έδεναν στο γυμνό κλαδί φροντίζοντας να υπάρχει ποικιλία χρωμάτων.
(Θυμηθείτε εδώ την Ειρεσιώνη).
Με τη συνοδεία
του παπά γύριζαν τα σπίτια του χωριού και έλεγαν το τραγούδι του
Λαζάρου. Οι νοικοκυραίοι τους πρόσφεραν αυγά και τυριά για τις
φλαούνες και τα κόκκινα αυγά του Πάσχα. Ότι μάζευαν το μοίραζαν
στα δυο. Ένα μερίδιο έπαιρνε ο παπάς και το άλλο το μοιραζόντουσαν
τα παιδιά. Στις αστικές περιοχές τα παιδιά έκαναν και αναπαράσταση
της Ανάστασης του Λαζάρου από τον Κύριο. Ένα παιδί φορώντας στεφάνι
από κίτρινες αγριομαργαρίτες, τα γνωστά μας σιμιλλούθκια, (που
συμβόλιζαν το χρώμα του νεκρού), ξάπλωνε χάμου ανάσκελα με τα
χέρια σταυρωμένα, κι’ όταν έλεγε ο παπάς “Λάζαρε δεύρο έξω” σηκωνόταν
αμέσως απάνω.
Για το τραγούδι
του Λαζάρου υπάρχουν πολλές παραλλαγές με ποικιλία μορφής, σε
στίχο, μελωδία και ρυθμό.
Το τραγούδι
της Ανάστασης
Την νύχταν
του “Καλού Λόου” παλιά που ο κόσμος δεν ήταν ξενύχτης όπως σήμερα,
όλοι κοιμόντουσαν νωρίς, έπαιρναν τον ύπνο τους και ξυπνούσαν
τα μεσάνυχτα για τον “Καλό Λόγο”. Το έργο της αφύπνισης και του
καλέσματος στην εκκλησία το αναλάμβανε μια ομάδα νεαρών οι οποίοι
γύρω στις 11 το βράδι γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι κι’ έλεγαν
το τραγούδι της Ανάστασης, που αναφέρετο στο μέγα θαύμα της Ανάστασης
του Κυρίου. Στο τέλος μαζί με τις ευχές πρόσθεταν και τους απαραίτητους
στίχους για φιλοδώρημα.
Και τώρα
πριν να φύγομεν εσάς παρακαλούμεν,
πεντ’ εξ’ αυκά να φέρετε για μας που τραουδούμεν.
Καμιάν κουλλούραν τζ’ αυκωτήν, πάσκαν τζι’ εμείς να δούμεν
τζιαι μιάν βλαούναν φέρτε μας τζιαι σας ευκαριστούμεν
Αυτά λοιπόν
είναι τα κάλαντα του ελληνισμού. Κάλαντα που δεν περιορίζονται
στην επιφάνεια των γεγονότων, μα περιέχουν μηνύματα για τους πόθους
και τις έγνοιες του λαού μας εδώ και αιώνες, περιέχουν θεολογικά
μηνύματα και αναδεικνύουν την πατροπαράδοτη φιλοξενία του ελληνισμού.
Τα δικά μας
κάλαντα δεν έχουν καμιά σχέση μ’ αυτό το θλιβερό φαινόμενο που
βλέπουμε σήμερα. Ομάδες παιδιών που παπαγαλίζουν ξενόφερτα δυτικά
Χριστουγεννιάτικα τραγούδια για να βγάλουν το χαρτζιλίκι τους
ή κάποιους μαντράχαλους ντυμένους Santa Claus να περιφέρονται
μ’ ένα μαγνητόφωνο, παίζοντας στη διαπασών και παραμορφωμένα κάποια
κάλαντα που την άκραν.
Τα κάλαντα
του ελληνισμού αγαπητοί φίλοι όπως είδαμε, έχουν ρίζες που χάνονται
στα βάθη των αιώνων. Επέζησαν και εξελίκτηκαν φυσιολογικά μέσα
από πολύ αντίξοες συνθήκες. Είναι μια αλυσίδα στην οποία η κάθε
γενιά βάζει το δικό της κρίκκο. Και η δική μας γενιά νομίζω πως
δεν έχει το δικαίωμα να σπάσει αυτή την αλυσίδα. Έχει υποχρέωση
σ’ αυτούς όλους που πέρασαν βάζοντας το δικό τους κρίκκο, μα πιο
πολύ σ’ αυτούς που θάρθουν για να συνεχίσουν. Ας μην είμαστε εμείς
η γενιά που θα σπάσει την συνοχή αυτής της αλυσίδας.
Τα κάλαντα ανήκουν στα παιδιά. Δεν είναι για συναυλίες. Δικαιολογημένα
τώρα θα μου πείτε: “Τότε εσείς γιατί κάνετε συναυλίες με θέμα
τα κάλαντα”;
Στόχος μας είναι να τα θυμίσουμε στους μεγαλύτερους και να τα
κάνουμε γνωστά στους νεώτερους. Χρειαζόμαστε τη βοήθειά σας και
ιδιαίτερα τη βοήθεια φωτισμένων δασκάλων για να τα παραδώσουμε
πίσω στα παιδιά μας. Τα δικαιούνται.
Βιβλιογραφία:
1. Κώστα Καραπατάκη - το Δωδεκάμερο.
2. Λάμπρου Λιάβα - Δημοσίευμα στο Δίφωνο.
3. Λαογραφική Κύπρος.
4. Θρησκευτική και ηθική εγκυκλοπαίδεια.
5. Μαρίας Μιχαήλ - Δέδε - Κάλαντα- Καλήμερα και Θρ. Τραγούδια.
6. Νέαρχου Κληρίδη - Κυπριακά δημοτικά τραγούδια.
7. Κυπριακά Δημώδη άσματα - Κ. Επιστημονικών Ερευνών.
8. Ψηφιακός δίσκος “ Των Γεννών τζια της Λαμπρής” - Μ. Τερλικκά.
9. Ελευθερίας Ντάνου - Δημοσίευμα στο περιοδικό “ΙΣΤΟΡΙΑ”.