Μιχάλης Ττερλικκάς
Ερμηνευτής - ερευνητής παραδοσιακής μουσικής της Κύπρου

Η ΛΥΕΡΗ ΤΖ̆’ Ο ΧΑΡΟΣ

Η ΛΥΕΡΗ ΤΖ̆’ Ο ΧΑΡΟΣ - Ποιητάρικη Φωνή

Μιχάλης Ττερλικκάς

Κυπραία Φωνή (Βινύλιο) - 1991

Δισκογραφική έκδοση: «Κυπραία Φωνή – Στ’ αγνάρκα των τζ̆αιρών» - 2002

Η ιστορία τούτη πάει πολλά πίσω. Έννα βκει τζ̆αι νάκκον μιάλη. Αν μεν εν’ άλλον πέρκι εν’ καλλύττερη που τες ιστορίες τους πολιτικούς…

Τον αείμνηστον Γεώργιον Αβέρωφ εγνώρισα τον το 1983 στο χορευτικόν συγκρότημαν του μακαρίτη του Μίκη του Σιακαλλή «Οι Αδούλωτοι». Ήταν ο βκιολάρης τους. Που τότε εσυνεργαζούμαστιν, τζ̆αι στο συγκρότημαν, μα τζ̆αι σε δικές μας εκδηλώσεις μέχρι τον ξαφνικόν του θάνατον, το 1990.

Γιατί τζ̆αι που λαλείτε, μιαν ημέραν μέσ’ στο καλοτζ̆αίριν του 1987, σαν έκτιζα πέτρες εις την αυλήν μου στην Σ̆ιαν, έπκιασεν με τηλέφωνον, ο μακαρίτης τζ̆αι λαλεί μου.

  • Μιχάλη, θέλεις να παίξεις στο θέατρον;

  • Καλό! Είπα του, δίχα δεύτερον λό’ν.

  • Αύριον το δείλις η ώρα 7 να είσαι στο υπαίθριον θέατρον της Πύλης Αμμοχώστου.

Τούτη ήταν η κουβέντα μας. Γύρισ’ ημέρα επήα. Στην κερκίδαν εκάθετουν ο Νίκος ο Σιαφκάλλης, ο σκηνοθέτης – ηθοποιός, τζ̆αι στην σκηνήν εκάμναν πρόβαν κάτι χορευτικά, παραδοσιακά, οι ηθοποιοί. Ο Αβέρωφ έπαιζεν βκιολίν τζ̆’ ο Χριστόδουλος Πίπης, τζ̆αι τζ̆είνος μακαρίτης, έπαιζεν λαούτον.

Άμαν ετελειώσαν, εκάμασιν διάλειμμαν τζ̆’ ο Σιαφκάλλης ήρτεν κοντά μου. Εσυστηθήκαμεν τζ̆’ έδωκεν μου έναν κείμενον που εξεκίναν έτσι:

Πόττεν ν’ αρκέψω, τι να πω τζ̆αι τι να τραουδήσω;

Τα πάθη μου τζ̆αι τους καμούς για να σας μολοήσω…

Ήταν το θεατρικόν έργον του Γιώργου Νεοφύτου «Στης Κύπρου το Βασίλειον», που θα επαίζετουν για το Φεστιβάλ Λευκωσίας. Λαλεί μου ο Σιαφκάλλης.

  • Τούτον μπορείς να μου το τραουδήσεις όπως τους ποιητάρηες;

  • Δώσ’ μου δκυο λεπτά. Είπα του.

Εν’ η αλήθκεια, τον τζ̆αιρόν πού ’μουν μιτσής άκουα τους ποιητάρηες στα παναΰρκα, τζ̆αι προ παντώς τον μακαρίτην τον Αντρέαν Μαππούραν. Αλλά ’εν εδοτζ̆ίμασα καμιάν φοράν να τραουδήσω στην «Φωνήν» των ποιητάρηδων. Έφερα στον νουν μου τον Μαππούραν. Σαν να τον άκουα μέσ’ στ’ αφκιά μου, τζ̆’ άρκεψα.

Άμαν είπα την πρώτην στροφήν εσταμάτησεν με ο Σιαφκάλλης, ενθουσιασμένος.

  • Έτσι! Έτσι! Μιχάλη.

Τζ̆είνον ήταν. Έκαμα τον ρόλον του ποιητάρη – αφηγητή τζ̆’ ετραούδουν τζ̆αι τα τραούδκια του έργου με τους ηθοποιούς, προσαρμοσμένα σε παραδοσιακές μελωδίες.

Το έργον επαίχτηκεν με μεγάλην επιτυχίαν στο φεστιβάλ τζ̆’ εκάμαμεν τζ̆’ άλλη καμιάν δεκαρκάν παραστάσεις εκτός Λυκωσίας. Έτσι για την ιστορίαν, το έργον ανεβάστηκεν ξανά από τον ΘΟΚ το 1992 με σκηνοθέτην πάλε τον Νίκον Σιαφκάλην τζ̆’ εμέναν στον ίδιον ρόλον. Η πρεμιέρα εδόθηκεν στη Αθήναν στο Εθνικόν Θέατρον.

Με το προζύμιν του Μαππούρα, μέσα που τες πρόβες τζ̆αι τες παραστάσεις, τους αυτοσχεδιασμούς τζ̆αι την ελευθερίαν της ερμηνείας που έσ̆ει που μόνη της η Ποιητάρικη Φωνή, μα τζ̆αι που την μαγείαν της σκηνής του θεάτρου, εδημιουργήθηκεν τζ̆’ εκατοίκησεν μέσα μου η δική μου απόδοση της «Φωνής».

Οι θεατρικές παραστάσεις ετελειώσαν. Η «Ποιητάρικη Φωνή», όμως, εσ̆σ̆ίτταν με. Έθελεν να βκει έξω, να πλατύνει. Εσκέφτουμουν διάφορα. Νά’ βρω έναν παλιόν ποιητάρικον τραούδιν τζ̆αι να το τραουδήσω. ’Εν εγιούταν, όμως. Που την μιαν, τα τραούδκια τούτα εν’ πολλά μιάλα τζ̆αι που την άλλην, οι ιστορίες τους εν’ πολλά συγκεκριμένες. Εκατάληξα νά’ βρω έναν παλιόν αφηγηματικόν τραούδιν τζ̆αι να το παντρέψω με την «Ποιητάρικην Φωνήν». Ύστερις που κάμποσον νεκάτωμαν σε διάφορες συλλογές, κατά το 1990, ήβρα έναν τραούδιν στην συλλογήν του Νέαρχου Κληρίδη «Κυπριακά Δημοτικά Τραγούδια», έκδοσης 1968, με τίτλο: «Η Λυερή τζ̆’ ο Χάρος». Άρεσεν μου η ιστορία του τζ̆αι ήταν τζ̆αι σύντομον. Επειδή όμως, έγερνεν πιο πολλά προς την απαγγελίαν ’εν είσ̆εν ολοκληρωμένην ομοικαταληξίαν ούτε ολοκληρωμένες στροφές. Έτσι είπα να τ’ αλλάξω νάκκον για τα ταιρκάζει. Επρόσθεσα στην αρκήν έναν γνωστόν, τυπικόν, δίστιχον των ποιητάρηδων:

Που δύσην ως ανατολήν τζ̆’ απού βορράν ως νότον

τζ̆’ απού τα πέρατα της γης τον κόσμον προσκαλώ τον.

Επίντωσα τζ̆’ έναν δικόν μου τζ̆’ εγίνηκεν τετράστιχον:

Δώστε μου λλί’ην ακρόασιν, για να σας τραουδήσω

τζ̆’ ούλλους σας, μιάλους τζ̆αι μιτσ̆ούς έννα σας κλαμουρίσω.

Επείραξα τζ̆αι νάκκουρίν το υπόλοιπον τζ̆’ εταίρκασεν μια χαρά. Έτσι ενόμιζα τότε. Ότι το επείραξα νακκουρίν. Όμως, τωρά που το ξαναθωρώ, επείραξα το κάμποσον.

Προτότυπον

Μια λυερή μια όμορφη ’πήεν εις το περβόλιν

τζ̆’ εσύναεν τραντάφυλλα τζ̆αι τά ’καμνε σερβόλιν.

Ο Χάρος την απάντησε στο δρόμο τζ̆αι της λέει:

  • Ώρα καλή σου Λυερή τζ̆αι κόρη παινεμένη.

  • Καλώς τον τζ̆αι τοχ Χάρονταν στομ μαύρογ καβαλλάρην.

  • Τράβα το κόρη Λυερή τ’ αππάριν να ποδρώσει.

  • Εν μ’ έμαθεν η μάνα μου αππάρκα να ποδρώννω.

  • Τράβα το κόρη Λυερή τ’ αππάριν να ποτίσεις.

  • Εν μ’ έμαθεν η μάνα μου αππάρκα να ποτίζω.

  • Κέντα μου κόρη Λυερή τζ̆’ εμέν έναμ μαντήλι

τζ̆αι τί κάμνει ο κόπος σου τί κάμνει το παννίσ σου

τί κάμνουν τα μετάξια σου εγιώ ’ν να σε πκιερώσω.

  • Τζ̆αιρόν δεν έχω Χάροντα μαντήλιν να κεντήσω.

  • Τομ πάτσον της τον έδωσεν πονεί την τζ̆εφαλήν της.

  • Μανούλλα μου, μανούλλα μου πονώ την τζ̆εφαλήμ μου.

  • Τζ̆αι μη κακόσ σου κόρη μου να τζ̆εφαλοπονήσης

την τζ̆εφαλήν σου τη γρυσήμ μαντήλιν να τη δήσης.

  • Ήρτεν ο Χάρος τζ̆’ είπεμ μου μαντήλιν να κεντήσω

τζ̆αι τί κάμνει ο κόπος μου τι κάμνει το παννίμ μου

τι κάμνουν τα μετάξια μου τζ̆είνος να τα πκιερώση.

  • Κέντα του, κόρη, κέντα του, του Χάροντα μαντήλιν.

  • Βάρ’ του τη μαυροθάλασσαμ με το Καραβοστάσιν

βάρ’ του τη γημ με τα δεντρά τον ουρανόν με τ’ άστρη.

Ο Χάροντας την έπκιασεν στημ μάναν του τημ παίρνει

τζ̆’ είπεν της: Μάνα μου καλή μάνα μου παινεμένη

στρώννε τραπέζιν να δειπνά, κρεβάτιν να τζ̆οιμάται

η Λυερή που σού ’φερα τζ̆’ εμέναν ν’ αθθυμάται.

  • Στρώννω τραπέζιν, δεν τρώει, κρεβάτιν δεν τζ̆οιμάται

τζ̆αι κλαίει τζ̆αι οδύρεται τημ μάναν της θυμάται.

Γυιέ μου! Μεμ παίρνεις όμορφες, γυιέ μου μεμ παίρνεις νέες

μεμ παίρνεις τα μιτσ̆ά μωρά να κλαίσιν οι μανάες.

  • Να μεμ παίρνω τες όμορφες, να μεμ παίρνω τες νέες

να μεμ παίρνω μιτσ̆ά μωρά, Χάροντας ’ελ λοούμαι.

Διασκευή Μιχάλη Ττερλικκά – 1990

Μια λυερή μια όμορφη ’πάαιννεν στο περβόλιν

τζ̆’ εσύναεν τραντάφυλλα τζ̆’ έκαμνεν τα σ̆ερβόλιν.

Ο Χάρος την αντάμωσεν στο δρόμον τζ̆αι της λέει:

- Ώρα καλή σου λυερή τζ̆αι κόρη παινεμένη.

- Καλώς τον τζ̆αι τον Χάρονταν, στον μαύρον καβαλλάρην

που ’βρέθηκεν στην στράταν μου, έννεν καλόν σημάιν.

- Τράβα το κόρη λυερή τ’ αππάριν να ποδρώσει

στον λάκκον τράβα πότισ’ το τζ̆αι πρίχου να νυχτώσει.

- Έν μ’ έμαθεν η μάνα μου χτηνά να βαϊλίζω

την προίκαν μου μερόνυχτα έσ̆ει με τζ̆αι πλουμίζω.

- Έναν μαντήλιν κέντα μου στο στήθος μου ν’ απλώσω

τζ̆αι πόσα κάμν’ ο κόπος σου εγιώ να σε πκιερώσω.

- Έν έχω Χάροντα τζ̆αιρόν μαντήλιν να κεντήσω

η μάνα μου με καρτερά έσσω μου να γυρίσω.

Τον πάτσον της τον έδωκεν πονεί την τζ̆εφαλήν της

τζ̆’ η μάνα μεσ’ στα κλάματα της κόρης της λαλεί της:

- Κέντα του κόρη, κέντα του, πέρκιμον τζ̆αι χορτάσει.

Βάρτου την μαυροθάλασσαν με το καραβοστάσιν.

κέντα την γην με τα δεντρά, τον ουρανόν με τ’ άστρη

τους κάμπους τζ̆αι τους ποταμούς τα όρη τζ̆αι τα δάση.

Τζ̆αιρόν ο χάρος ’εν διά, στην μάναν του την παίρνει

λαλεί της: Μάνα μου καλή, μάνα μου παινεμένη

στρώννε τραπέζιν να δειπνά κρεβάτιν να τζ̆οιμάται

η λυερή που σού ’φερα τζ̆’ εμέναν ν’ αττυμάται.

- Γιε μου, μεν παίρνεις όμορφες, γιε μου, τες νιες μεν παίρνεις

μεν παίρνεις τα μιτσ̆ά μωρά τζ̆αι μάνες φαρμακώννεις.

- Να μεν παίρνω τες όμορφες, τες νιες να τες λυπούμαι

να μεν παίρνω μιτσ̆ά μωρά, Χάροντας ’εν λοούμαι.

Το 1991 αποφάσισα να κάμω τον πρώτον μου δίσκον. Εν’ η αλήθκεια, τωρά που θωρώ τα πράματα που μακρά, λαλώ πως εβιάστηκα νάκκον. Έτσι εν’ τα νιάτα. ’Εν παίρνουν ’πομονήν… Έπρεπεν ν’ αφήκω τα τραούδκια να ψηθούν τζ̆’ άλλον τζ̆αι να ψηθώ τζ̆’ εγιώ μιτά τους. Ο δίσκος όμως εγίνηκεν τζ̆’ εκυκλοφόρησεν, σε βινύλιον, την ίδιαν γρονιάν.

Το τραούδιν «Η Λυερή τζ̆’ ο Χάρος – Ποιητάρικη Φωνή» έμπηκεν σε τούτον τον δίσκον, τζ̆αι θαρκούμαι ήταν το πιο ψημένον ’πό ούλλα. Ηχογράφησα το ξανά, το 2002 τζ̆’ έμπηκεν στην δισκογραφικήν έκδοσην: «Κυπραία Φωνή – Στ’ αγνάρκα των τζ̆αιρών».

Που τότες εταξίδεψεν πολλά. Τζ̆’ η «Ποιητάρικη Φωνή» άρκεψεν να τραουδκιέται τζ̆αι που άλλους, καθένας με τον τρόπον του.

Μιας τζ̆’ είπαμεν κάμποσα, ας το πω τζ̆αι τούτον τζ̆’ ας το πάρει ο ποταμός…

Τότε ενόμιζα ότι κάποια απλά πράματα εν’ κοντά στον νουν. Άμαν ακούει κάποιος έναν τραούδιν τζ̆αι θέλει να το τρουδήσει τζ̆αι να το κυκλοφορήσει έννα δκιαβάσει τζ̆αι τα σχετικά. Για την μουσικήν, για τους στίχους τζ̆αι να κάμει, αμμέν εν’ άλλον, μιαν αναφοράν για την πηγήν του. Φαίνεται όμως ότι τούτον έννεν τόσον κοντά στον νουν για ούλλους.

Με λλία λόγια, ’εν τζ̆αι κάμνουμεν τα τραούδκια για να μείνουν τζ̆ειαμαί. Τουλάιστον εμέναν εν’ χαρά μου να τα πκιάσουν τζ̆’ άλλοι στα σέρκα τους, να βάλουν την δικήν τους την σφραγίδαν, να τα πάρουν πάρα τζ̆ει. Μα ένας λό’ς για τζ̆είνους που τα ’φέραν ως δαμαί έντζ̆εν σ̆ίλια ριάλλια, σιόρ!…

Μιχάλης Ττερλικκάς

13 τ’ Αούστου, 2015

Η ΛΥΕΡΗ ΤΖ̆ΑΙ ΤΟ ΠΕΡΤΙΤΖ̆ΙΝ

Η ΛΥΕΡΗ ΤΖ̆ΑΙ ΤΟ ΠΕΡΤΙΤΖ̆ΙΝ

Μιχάλης Ττερλικκάς – Χαράλαμπος Δημοσθένους (πυθκιαύλιν)

Δισκογραφική έκδοση: «Κυπραία Φωνή – Στ’ αγνάρκα των τζ̆αιρών» - 2002

Το 1992 εγνώρισα τον ποιητήν Χαράλαμπον Δημοσθένους που την Κοντέαν. Ετσ̆ιαττίσαν τα σκουφκιά μας σε πολλά, τζ̆αι παρόλον που ήταν συνότζ̆αιρος του μακαρίτη του τζ̆υρού μου εφιλέψαμεν τζ̆’ επήαιννα ταχτικά τζ̆’ έβρισκα τον στα Μαντριά της Πάφου, που εμείνισκεν τότε, ύστερις που την προσφυγιάν.

Σε μιαν που τες συναντήσεις μας έπαιξεν με το πυθκιαύλιν τζ̆’ ετραούδησεν μου έναν μελωδικόν σκοπόν που με εντυπωσίασεν που την πρώτην. Ήταν «Ο Άης Βασίλης» που τον ηχογράφησα το 1998 και περιέχεται στην έκδοσην: «Των Γεννών τζ̆αι της Λαμπρής». Η μελωδία αττύμιζεν μου κάτι που άκουα που μιτσ̆ής αλλά ’εν εμπόρηα να το ξεκαθαρίσω. Υστερόττερα εξηκαθάρισα ότι επρόκειτουν για την Αροδαφνούσαν. Οι πρώτες εφτά μουσικές συλλαβές εν’ οι ίδιες.

Τότες ’εν ελοάρκαζα να ηχογραφήσω τα κάλαντα τζ̆αι άλλα θρησκευτικά τραούδκια. Ο Άης Βασίλης ήταν σε τού’ν την κατηγορίαν. Άηστο που ύστερα ήρταν έτσι τα πράματα που επροηγηθήκαν τα κάλαντα. Η μελωδία όμως τ’ «Άη Βασίλη» έμεινεν μέσ’ στ’ αφκιά μου τζ̆’ εσιγανοτραούδουν την.

Σαν εμετροφύλλουν μιαν ημέραν τo βιβλίον του Νέαρχου Κληρίδη «Δημοτικά Τραγούδια της Κύπρου» έππεσεν τ’ αμμάτιν μου σ’ έναν σύντομον τραούδιν με τίτλον «Το περτίτζ̆ιν». Δίχα να το καταλάβω άρκεψα να το τραουδώ στην μελωδίαν τ’ «Άη Βασίλη». Επήαιννεν του μια χαρά! Αλλά που την αρκήν έβκην μου σε πιο χαμηλόν τόνον τζ̆αι πιο αργόν. Φαίνεται, ήταν η διάθεση που μου επροκαλέσαν οι στίχοι. Σε κάποια σημεία, όμως, ο στίχος ’εν άφηννεν την μελωδίαν να ολοκρηρωθεί. Εδιασκεύασα το, λοιπόν, για να ταιρκάζει. Εν’ εις το κκέφιν του;!

Προτότυπον:

Περτίτζ̆ιν εκακκούριζεν

μέσα στο μερσινάτζ̆ιν

τζ̆’ η λυερή τ’ αζούλεψεν

που το παραθυράτζ̆ιν

τζ̆’ επολοήθην τζ̆’ είπεν του

με δκυο σ̆είλη καμένα:

  • Πουλλίν νά ’χα τα κάλλη σου

  • νά ’χα τες ομορκιές σου

νά ’χα τζ̆αι τες φωνάες σου

τζ̆αι τες παρπατησ̆ιές σου!

Τζ̆αι το περτίτζ̆ιν άκουσεν

τζ̆αι λέει τζ̆αι λαλεί της:

  • Α! λυερή π’ αζούλεψες

που το παραθυράτζ̆ιν

εσού τρώεις γλυτζ̆ίν ψουμίν

τζ̆’ εγιώ πίννω φαρμάτζ̆ιν.

Εσού καρτεράς νιούλλικον

να σε σφιχταγκαλιάσει

τζ̆’ εγώ καρτερώ τον τζ̆υνηόν

για να με σημαδκιάσει.

Διασκευή Μιχάλη Ττερλικκά – 1994

Περτίτζ̆ιν εκακκούριζεν

μέσα στο μερσινάτζ̆ιν

τζ̆’ η λυερή τ’ αζούλεψεν

που το παραθυράτζ̆ιν.

  • Πουλλίν νά ’χα τα κάλλη σου

νά ’χα τες ομορκιές σου

νά ’χα τζ̆αι τες φωνάες σου

τζ̆αι τες παρπατησ̆ιές σου!

Τ’ αέριν που εφύσησεν

επήρεν την φωνήν της

τζ̆αι το περτίτζ̆ιν άκουσεν

τζ̆αι λέει τζ̆αι λαλεί της.

  • Α! λυερή π’ αζούλεψες

που το παραθυράτζ̆ιν

εσού τρώεις γλυτζ̆ίν ψουμίν

μα ’γιώ πίννω φαρμάτζ̆ιν.

Εσέναν νιος σε καρτερά

να σε σφιχταγκαλιάσει

μα ’γιώ γροικώ τον τζ̆υνηόν

πόννα με σημαδκιάσει.

Που ’ξαναπήα στον Χαράλαμπον, σε κάποιαν στιγμήν λαλώ του:

  • Χαράλαμπε, φέρ’ το πυθκιαύλιν να πούμεν τον Άη Βασίλην».

Έφερεν το πυθκιαύλιν τζ̆’ άρκεψεν. Αντί όμως να τραυουδήσω τον «Άην Βασίλην», ετραούδησα «Το περτίτζ̆ιν».

  • Μα πού το ήβρες τούτον; Εν’ πολλά καλόν! Είπεν μου, άμαν τζ̆’ ετέλειωσεν το τραούδιν.

Ιστόρησα του είντα λοής εγίνηκεν τζ̆’ ύστερις, που τζ̆ειαμαί, επήαμεν εις τον φίλον μας τον Χαμπήν στα Πλατανίσκια. Εχωρκοϋρίζαμεν πολλά τότες. Ο Χαμπής ήταν ο πρώτος που το άκουσεν τζ̆’ άρεσεν του. Να μεν πω πάλε πως ήπιαμεν τες ζιβανίες μας τζ̆αι να μας βκάλετε αβανιάν, πως ’εν κάμνουμεν άλλην δουλειάν! Κάμνουμεν, κάμνουμεν…

Εβάφτισα το τζ̆ιόλας. Έδωκα του τον τίτλον: «Η Λυερή τζ̆αι το περτίτζ̆ιν». Που τότες, όπου εβρεθούμαστιν με τον Χαράλαμπον είτε μόνοι μας είτε με φίλους, για στες εκδηλώσεις που έκαμνεν ο Χαμπής τον Άουστον στα Πλατανίσκια, έπαιζεν ο Χαράλαμπος το πυθκιαύλιν τζ̆’ εγιώ ετραούδουν το. Ώστι τζ̆’ ήρτεν η ώρα του τζ̆αι ηχογραφήσαμεν το, το 2002.

Εις μνήμην του Χαράλαμπου Δημοσθένους

Μιχάλης Ττερλικκάς

18 τ’ Αούστου, 2015

Η ΤΤΑΛΛΟΥ

Η ΤΤΑΛΛΟΥ

Μιχάλης Ττερλικκάς

Δισκογραφική έκδοση: «Κυπραία Φωνή - Καλώς ήρταν οι ξένοι μας» - 2008

Που το 1979 που ανταμώσαμεν με τον αείμνηστον Αντρέαν Μαππούραν τζ̆’ ηχογραφήσαμεν τα «Μαππουρέικα», εχαθήκαμεν για κάμποσον τζ̆αιρόν. Εξανανταμώσαμεν το 1988. Που τότες εβρεθούμαστιν που τζ̆αι που τζ̆’ ελαλούσαμεν τα.

Έναν που τα τραούδκια που μου ετραούδαν ήταν τζ̆αι «Η Τταλλού». Υστερόττερα, το 1993 ετραούδησεν μου την «Τταλλούν» τζ̆αι πολλά άλλα τραούδκια τζ̆αι ηχογράφησα τα. Ως τότε έξερα μόνον το τραούδιν «Η Τταλλού η Τταλλεμένη», του Αχιλλέα Λυμπουρίδη, που το έπαιζεν το ράδιον. Τέλος πάντων, ο Μαππούρας είπεν μου ότι την άκουσεν πολλές φορές που έναν παφίτην που έπαιζεν βκιολίν τζ̆’ εγύριζεν τζ̆’ εδκιακόναν. Σιγά – σιγά έμαθεν την τζ̆’ ετραούδαν την, με στίχους που τον παφίτην τζ̆αι πολλούς δικούς του.

Οι στίχοι του τραουδκιού ήταν μοιαστοί με τζ̆είνους που έξερα που τον Λυμπουρίδην τζ̆’ είχαν την ίδιαν μορφήν. Οκτασύλλαβοι με ομοιοκαταληξίαν. Κάθε στροφή ολοκληρώννεται με τουλάχιστον τρεις στίχους, αλλά μπορεί να προστεθούν τζ̆’ άλλοι. Τούτον εν’ τζ̆αι μια πρόκληση για τον λαϊκόν ποιητήν ή τον τραουδιστήν να ταιρκάσει όσον πιο πολλούς μπορεί. Αν η τελευταία συλλαβή που καθορίζει την ομοιοκαταληξίαν εν’ εύκολη, μπορείς νά ’βρεις πολλούς. Για παράδειγμαν:

Α, Τταλλού μου που την Τάλαν

με την άσπρην την κουτάλαν

τζ̆αι τ’ αμμάθκια τα μιάλα

είντα όνομαν σ’ εβκάλαν!

Τα βυζιά σου τα μιάλα

εις τον έρωταν μ’ εβάλαν

σφίγγω τα τζ̆αι βκάλλουν γάλαν.

Αμμά αν ιππέσεις σε δύσκολην ομοιακαταληξίαν, κόφκεις μέσα τζ̆’ αναγκάζεσαι ν’ αλλάξεις σκέδιον.

Την Τταλλούν του Μαππούρα άηκα την μέσ’ στα συρτάρκα για κάμποσον τζ̆αιρόν. Αττυμήθηκα την ύστερις που πεντέξη γρόνια. Σε μιαν που τες συναντήσεις μας με την «Μούσαν» ετραούδησα τους την τζ̆’ εστήσαμεν την, όπως κάμνουμεν με ούλλα τα τραούδκια. Που τότες αρκέψαμεν να την τραουδούμεν στες συναυλίες μας. Σε κάθε χωρκόν που επηαίνναμεν εταίρκαζα τζ̆αι μιαν στροφήν για την Τταλλούν του. Έτσι κάμνουμεν ως τωρά. Τες πιο πολλές φορές αττυμούμαι ότι πρέπει να ταιρκάσω μιαν στροφήν για το χωρκόν, άμαν αρκέψει το τραούδιν τζ̆’ ύστερις. Έτσι την ώραν που παίζει η ορχήστρα εισαγωγές παιδεύκουμαι να ταιρκάσω την Τταλλούν που το τάδε χωρκόν. Σχεδόν πάντα καταφέρνω τα. Φαίνεται ότι η πίεση γιουτά μου.

Μιαν φοράν, ετραουδούσαμεν εις τον Κόρνον. Εκόντευκεν να τελλειώσει το τραούδιν τζ̆’ ’εν εκούτσ̆ουν στίχους για τον Κόρνον. Άρκεψα την στροφήν δίχα να ξέρω είνταν πόννα πω πάρακατω. Α, Τταλλού μου που τον Κόρνον… η πρώτη λέξη που μου ήρτεν ’εν ελέγετουν σε δημόσιον χώρον (τον πόρνον). Επαίξαν οι μουσικόι άλλη μιαν εισαγωγήν τζ̆’ ήβρα τον δεύτερον στίχον. Ύστερις ετζ̆υλίσαν τζ̆’ οι άλλοι μια χαρά, στην ώραν τους. ’Εν έμεινα μισόστρατα. Έννεν εύκολη ομοιοκαταληξία ο «Κόρνος». Το αποτέλεσμαν ήταν:

Α, Τταλλού μου που τον Κόρνον

ούλα τζ̆’ έφκης που τον τόρνον!

Άδε, δρώννω τζ̆αι ποδρώννω

ούλα να ’κουβάλουν κόννον.

Έτσι βάρος ’εν το σώννω!

Οι μουσικοί που με εθωρούσαν ότι εμάχουμουν να τα ταιρκάσω τζ̆’ είχαν την έννοιαν αν θα τα καταφέρω, άμαν τζ̆’ ετέλειωσα εφυρτήκαν που τα γέλια.

Στην ηχογράφησην, που εγίνηκεν το 2008, οι πιο πολλές στροφές έν’ το αποτέλεσμαν των αυτοσχεδιασμών σε διάφορα χωρκά.

Ο λαϊκός ποιητής που εδημιούργησεν τους πρώτους στίχους του τραουδκιού, εχρησιμοποίησεν το εύρημαν να ονομάζει Τταλούν μιαν γεναίκαν, αόριστην, που το κάθε χωρκόν. Που την μιαν για να εκφράσει τον θαυμασμόν του για την ομορκιάν, τζ̆αι τες χάρες της γεναίκας της Κύπρου, τον κρυφόν του πόθον τζ̆αι τον έρωταν, τζ̆αι που την άλλην να εντυπωσιάσει το ακροατήριον με την μαστορκάν του στον στίχον τζ̆αι το χιούμορ του.

Ο αείμνηστος βκιολάρης, Γεώργιος Αβέρωφ είπεν μου, κάποτε, ότι το τραούδιν της Τταλλούς εδημιουργήθηκεν αρχικά στην περιοχήν της Πάφου τζ̆αι αναφέρετουν μόνον σε χωρκά της περιοχής, όπως η Τάλα, η Αναρίτα, το Κτήμα κλπ. Στη συνέχειαν αρκετοί λαϊκοι ποιητές ή οργανοπαίχτες επροσθέσαν τζ̆’ άλλους στίχους για άλλα χωρκά ’πο ούλλην την Κύπρον.

Πολλά γνωστός για την «Τταλλούν» του ήταν όπως μου είπασιν αρκετοί παφίτες ο Κλεομένης Παράσχος, βκιολάρης, γνωστός ως Κλειομένος, που τον Στατόν της Πάφου. Ο Κλειομένος ετραούδαν την «Τταλλούν», όπου νήεν ιβρεθεί, με έναν ξεχωριστόν τρόπον που επροκαλούσεν, κκέφιν. Ηχογράφηση της «Τταλλούς» με τον Κλεομένην Παράσχον υπάρχει στο αρχείο του ΡΙΚ.

Τούτα ούλλα τα στοιχεία συνηγορούν στην άποψην ότι αρχική πηγή του τραουδκιού ήταν η Πάφος και πιθανόν ο Κλεομένης Παράσχος. Ο δε παφίτης που εγύριζεν τα χωρκά, έπαιζεν βκιολίν τζ̆’ ετραούδαν, που μου είπεν ο Μαππούρας, πρέπει να ήταν ο Κλειομένος.

Εις μνήμην του Αντρέα Μαππούρα

Μιχάλης Ττερλικκάς

3 του Σεπτέμβρη, 2015

ΚΑΛΩΣ ΗΡΤΑΝ ΟΙ ΞΕΝΟΙ ΜΑΣ

ΚΑΛΩΣ ΗΡΤΑΝ ΟΙ ΞΕΝΟΙ ΜΑΣ

Μιχάλης Ττερλικκάς, Χρήστος Σίκκης, μουσική Παρέα «Μούσα»

Δισκογραφική έκδοση: «Κυπραία Φωνή - Καλώς ήρταν οι ξένοι μας» - 2008

Σε πιο παλιούς τζ̆αιρούς, ως την δεκαετίαν του 70΄ σε κάθε διασκέδασην, ύστερις που τον πρώτον γύρον του φαγιού τζ̆αι του ποτού, έρκετουν το γυρίν της τραουδκιάς. Όι πως εσταμάταν το φαΐν τζ̆αι το ποτόν. Τζ̆είνα επηαίνναν λάου – λάου πιον, ώρες πολλές, αντάμα με την τραουδκιάν.

Κάποιος, λοιπόν, εδίαν το σήμαν με ελαφρά κτυπήματα της πρότσας πάνω στο πκιάτον ότι άρκεφκεν ο γυρός της τραουδκιάς, τζ̆’ εγίνετουν ησυχία. Κατά κανόναν, έπρεπεν ν’ αρκέψει ο παπάς με το απολυτίκιον της γιορτής. Αν μεν είσεν παπάν, έψαλλεν το για κανένας ψάλτης, για ούλλοι μαζίν. Αφού, ψηλά, χαμηλά, εξέραν το ούλλοι.

Ύστερις έρκετουν η σειρά του νοικοτζ̆ύρη να καλωσορίσει τους καλεσμένους του τραουδιστά τζ̆’ απάνταν ένας που τους καλεσμένους για να ευκαριστήσει με το τραούδιν του τον νοικοτζ̆ύρην. Έτσι εσυνεχίζετουν η ανταλλαγή δίστιχων που στην ουσίαν ήταν μια συνομιλία. Με τους στίχους των τραουδκιών, ο νοικοτζ̆ύρης, η νοικοτζ̆υρά τζ̆’ άλλα μέλη της οικογένειας εκφράζαν την χαράν τους για την ευκαιρίαν που είχαν να τραπεζώσουν έσσω τους, συγγεννείς, φίλους, χωρκανούς, μα τζ̆αι την αγάπην, τζ̆αι την εκτίμησην που τους είχαν.

Με την σειράν τους οι καλεσμένοι, με τον ίδιον τρόπον, ευκαριστούσαν τον νοικοτζ̆ύρην, επαινεύκαν την νοικοτζ̆υράν, το σπίτιν τζ̆αι ’πο τούτα ούλλα.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΡΑΟΥΔΚΙΟΥ

Το 2003, ο φίλος μου τζ̆αι συντοπίτης, Θεοφύλακτος Χ΄΄ Κώστας, που την Φιλιάν του Μόρφου είπεν μου ότι έξερεν μιαν «φωνήν» που ετραουδούσαν εις στο χωρκόν του, στα τραπεζώματα. Ήρτεν έσσω μου τζ̆αι ηχογράφησα τον, όπως την αττυμάτουν. Έφερεν μου όμως τζ̆αι μιαν κασέτταν. Στην κασέτταν ήταν ηχογραφημένον έναν γλέντιν που εγίνηκεν το καλοτζ̆αίριν του 1968 στο σπίτιν του τζ̆υρού του, του Πέτρου Χ΄΄ Κώστα στην Φιλιάν. Φιλοξενούμενοι ήταν τα μέλη αρχαιολογικής αποστολής, με επικεφαλής τον TrevorWatkins που εκάμναν ανασκαφές στην περιοχήν.

Σε τού’ν την ηχογράφησην τραγουδούν, εκτός που τον νοικοτζ̆ύρην, οι: Κυριάκος Κλεάνθους – Μερακλής τζ̆αι ο Γιώρκος Φυτσιώνας. Σε μιαν άλλην ηχοφράφησην, που μου έδωκεν, τραουδά την ίδιαν «φωνήν» ο Τρύφωνας Γεωργίου, επίσης που την Φιλιάν.

Άκουσα, τζ̆’ εξανάκουσα τους ούλλους. Εδιαπίστωσα ότι έμοιαζεν με κάποιαν άλλην «φωνήν» που μου ετραούδησεν το 1998 η Αίγλη Συμεού από την Βάσαν Κοιλανίου, η οποία όμως, κατά που μου είπεν, άκουσεν την που Kατωκοπίτισσαν (η Κατωκοπιά εν’ δίπλα που την Φιλιάν). Την ίδιαν «φωνήν», λλίον παραλλαμένην, εκατάγραψα την, επίσης, που την Χρυσταλλούν Τσούντα τζ̆αι την Νίτσαν Βασιλειάδου επίσης που την Κατωκοπιάν, το 2005. Υστερόττερα εδιαπίστωσα ότι υπάρχει καταγραμμένη τζ̆αι στην έκδοσην του «Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος» στο Ποτάμιν – Μόρφου. Ούλλες, λοιπόν οι καταγραφές προέρχονται που την περιοχήν Μόρφου. Στο χωρκόν μου, πάντως, το Καπούτιν, κοντά στην Φιλάν, απ’ ό,τι αττυμούμαι, ’εν την ετραουδούσαν.

Τέλος πάντων, εδοτζ̆ίμασα την τζ̆’ άρκεψα τζ̆’ ετραούδουν την που τζ̆αι που, μόνος μου, μέσ’ στ’ αυτοκίνητον τες πιο πολλές φορές, όπως κάμνω με ούλλα τα τραούδκια. Άμαν ήρτεν η ώρα της, επαρουσίασα την τον Σεπτέμβρην του 2004 στο Φεστιβάλ του πολιτιστικού κέντρου του πανεπιστημίου Κύπρου, «Λαϊκός Πολιτισμός και Παράδοση».

Στην συναυλίαν ήταν παρών τζ̆αι ο Θεοφύλακτος. Ύστερις που την συναυλίαν λαλεί μου.

  • Είπες την πολλά καλά! Μα άλλαξες την νάκκον. Είπα του τζ̆’ εγιώ, με το γελούιν μου.

  • Πά’ στην κασέτταν που μου έδωκες ετραουδούσαν την τρείς, τζ̆’ ένας εσού, τέσσερεις τζ̆’ ένας πά’ στην άλλην κασέτταν, πέντε. Ετραουδούσαν την ούλλοι ακριβώς το ίδιον;

  • Όι! Λαλεί μου.

  • Ε, κάμε τες έξη τες παραλλαγές, καλό, τζ̆’ εν’ εντάξει!

Το 2008 ηχογράφησα την στο στούντιο με την φιλικήν συμμετοχήν του αγαπητού μου Χρήστου Σίκκη. Που την μιαν για να δώσω την εικόναν του τραπεζιού τζ̆αι του διαλόγου μεταξύ του νοικοτζ̆ύρη τζ̆αι των καλεσμένων, που επερίγραψα πριν, τζ̆αι που την άλλην που εκτίμησην για τον Χρήστον τζ̆αι την δουλειάν του.

Το βίντεο που συνοδεύκει το σχόλιον εν’ που συναυλίαν στο Ριάλτο της Λεμεσού, τον Νιόβρην του 2005, στα πλαίσια του προγράμματος «Θράκη – Αιγαίο – Κύπρος»

Μιχάλης Ττερλικκάς

15 τ’ Αούστου, 2015

Ο ΔΑΣΟΝΟΜΟΣ

Ο ΔΑΣΟΝΟΜΟΣ

Μιχάλης Ττερλικκάς – Μουσική Παρέα «Μούσα»

Δισκογραφική έκδοση: «Κυπραία Φωνή – Στ’ αγνάρκα των τζ̆αιρών» - 2002

Τον «Δασονόμον» άκουα τον που τον τζ̆αιρόν πού ’μουν μιτσής στο χωρκόν μου το Καπούτιν του Μόρφου. Αττυμούμαι ότι ετραούδαν τον ένας ανηψιότεγνος μου, ο Αντρέας ο Μερακλής, συνότζ̆αιρος μου. Μάλιστα, για έναν διάστημαν εκολλήσαν του το παρατσούλλιν «Ο Δασονόμος». Λοαρκάστε ήμαστιν, τότε, 10-12 γρονών. Επηαίνναμε εις το θέρος τζ̆’ άμαν, που την πολλήν πυράν, που το κουτσομπολιόν τζ̆αι που τες άλλες ιστορίες, εποστέκετουν η γλώσσα των γεναικών τζ̆’ εμεινίσκασιν κάμποσην ώραν μουλλωτές, εφωνάζαν του Αντρέα.

  • Άτε ρε Αντρίκκο. Τραούδα μας τον «Δασονόμον» να περάσει η ώρα.

Άμαν ’εν εβαρκέτουν, τζ̆’ αν μεν ήτουν αγγρισμένος έκαμνεν τους το χαττίριν.

Τον Μιχάλην Πασ̆ιαρδήν, τον ποιητήν, εθώρουν τον τζ̆’ εσ̆αιρεθκιούμαστιν εις τους διαδρόμους του ΡΙΚ που το 1984. Εγνώρισα τον όμως καλά το 1989. Έπαιζα, τότε, στο «Θέατρον Ένα» τζ̆΄ ύστερις που την παράστασην εκουλιάζαμεν, μια παρέα 3-4 συνάδελφοι, στο «Αιγαίον». Ο Μιχάλης ήτουν πάντα τζ̆ειαμαί, στο ίδιον τραπέζιν. Εμείς, χωραττάν, αμπελοφιλοσοφίαν τζ̆αι τραουδκιάν κάθη νύχτα. Τότες είχαμεν πολλές αντοχές. Ο Μιχάλης απολάμβαννεν την παρέαν τζ̆’ επιάνναμεν τζ̆αι την κουβένταν. Τούτον εγίνετουν, σε ταχτικήν βάσην, χαζίριν τρία γρόνια. Με τον Μιχάλην εγινήκαμεν φίλοι. Έτσι, το 1991, επήρα το θάρρος τζ̆’ εζήτησα του να μου γράψει έναν σημείωμαν για τον πρώτον μου δίσκον βυνιλλίου, «Κυπραία Φωνή».

  • Να σου γράψω, κουμπάρε μου, καλό! Είπεν μου.

Έκαμεν δκυο τρείς μήνες να μου το γράψει. Στους δκυο μήνες είπα να τον αττυμήσω, μέμπα τζ̆’ εξήασεν.

  • Αττυμούμαι, κουμπάρε μου. Άηστο να ψηθεί, να βκει καλόν. Είπεν μου.

Έτσι, για την ιστορίαν, το αποτέλεσμαν ήταν το εξής:


«Τον Μιχάλη Τερλικκά τον πρωτάκουσα σε στέκι, σε καπηλειό. Να ξεδιπλώνει άξαφνα απάνω στο «σ’ υγεία σου, γεια σου», τη δυνατή μα κυρίως αυθεντική φωνή του, πάνω σε ρυθμούς και στίχους κυπριακούς.

Άμεση διαπίστωση· φωνή κυπριακή σ’ όλο της το βάθος και το ηχόχρωμά της, φωνή με αλήθεια και βάσανο, ξεδιπλωμένη στα κύματα του μερακιού, φωνή που εγγράφεται σίγουρα ως γνησιότατο στοιχείο του τόπου μας.

Είναι σημαντικό τώρα το γεγονός αυτού του δίσκου όπου ο Μιχάλης Τερλικκάς ερμηνεύει αυτή τη σειρά με κυπριακά τραγούδια. Μια προσφορά είναι για τον πολιτισμό μας, που εύχομαι να συνεχιστεί.»

Μιχάλης Πασιαρδής - 1991

Τωρά, με το δίτζ̆ιον σας, έννα πείτε:

  • Μα είντα σχέσην έχουν, σιόρ, τούτα ούλλα με τον «Δασονόμον;!»

Ήρταμεν τζ̆αι δαμαί. Που τότες εσυμπλαζούμαστιν που τζ̆αι που, με τον Μιχάλην, πότε στα στέκκια της παλιάς Λευκωσίας, πότε στην καντίναν του ΡΙΚ. Πολλές φορές ελάλεν μου:

  • Τον «Δασονόμον», Μιχάλη. Τον «Δασονόμον», να τον ηχογραφήσεις, τζ̆’ έννα χαθεί.

Μιαν που τζ̆είνες τες φορές, στην καντίναν του ΡΙΚ είπεν μου πάλε:

  • Τον «Δασονόμον», Μιχάλη. Τον «Δασονόμον», να τον ηχογραφήσεις, τζ̆’ έννα χαθεί.

  • Καλόν Μιχάλη. Αττυμούμαι τον που μιτσής μα θέλω να τον ακούσω τζ̆αι που παλιούς να τον διασταυρώσω.

  • Να πάεις εις τον Λαζανιάν. Τζ̆ει πάνω ξέρουν τον. Λαλεί μου. Τζ̆’ έκαμεν μου τζ̆αι μιαν ιστορίαν.

  • Επήα γύρω στο 1950 στον Απόστολον Αντρέαν. Σε μιαν καλύφην εσ̆εν κάτι λαζανιώτες τζ’ εδιασκεδάζασιν. Τζ̆’ αττυμούμαι έναν κοντατζ̆ινόν, παστούιν, λαζανιώτικον που τον ετραούδαν.

Τούτα μου είπεν ο Μιχάλης τζ̆’ ετραούδησεν μου τζ̆αι νάκκον, είντα λοής τον ετραούδαν το λαζανιώτικον.

Εν επεράρκησα. Τον Δετζ̆έβρην του 1997 ελάμνησα έναν πρωίν τζ̆’ επήα στην Λαζανιάν. Εσταμάτησα κοντά στον καφενέν, ήτουν βαούμενος. Μέσα στες στράτες, ψυσ̆ή Θεού! Άκουσα έναν συνεχόμενον θόρυβον μέσα σ’ έναν στενόν τζ̆’ εκλούθησα του. Έρκετουν πό’ ναν τζ̆ελλάριν. Ήτουν το καζάνιν του χωρκού που εβκάλλαν ζιβανίαν. Έμπηκα μέσα, τζ̆΄όπως ήρτα που το φως, τζ̆αι μέσα ήταν σκοτεινά, ίσ̆ια που εθώρουν δκυο πλάσματα.

  • Ώρα καλή.

  • Καλώς τον.

  • Είνταν που κάμνετε; Έτο βκάλλουμεν ζιβανίαν.

  • Θέλετε τάνυμαν;

  • Να την πιούμεν, όξα να την καζανιάσουμεν;!

  • Τζ̆αι που τα δκυο.

  • Κόπιασε.

Ήταν έναν αντρόυνον. Ο Γιώρκος Χ΄΄ Σάββας τζ̆’ η γεναίκα του η Μαρία. Δκυο που τους δεκατρείς, τότε, κατοίκους της Λαζανιάς. Σήμμερα, η μόνη κάτοικος εν’ η κυρία Μαρία. Ο άντρας της ο Γιώρκος εμακαρίστηκεν.

Άμαν τζ̆’ εσυντύχαμεν νάκκον για τες δουλειές τους τζ̆αι για την ζωήν τους τζ̆ει πάνω, λαλώ τους:

  • Είπαν μου ότι δαπάνω στην Λαζανιάν τραουδάτε τον δασονόμον.

  • Ήρτες εις τον κατάλληλον! Λαλεί μου ο Γιώρκος.

  • Ε, έννα μου τον τραουδήσεις;

  • Τώρα, να ποσπαστούμεν που τού’ν την καζανιάν. Να βάλουμεν πάνω την άλλην τζ̆’ ώστι ν’ αρκέψει να τρέσ̆ει, να πάμεν ποτζ̆εί έσσω να μπουκκώσουμεν, να πιούμεν τζαι καμιάν ζιβανίαν ’πο τούτην που τρέσ̆ει τωρά τζ̆αι να σου πω ότι θέλεις.

Ετάνυσα της κυρίας Μαρίας τζ̆’ εκουβαλήσαμεν με τες σίκλες την ζιβανίαν στο τζ̆ελλάριν τους που ήταν καρτζ̆ίν. Άμαν ετέλειωσεν η καζανιά, η κυρία Μαρία επήεν να σάσει μπούκκωμαν τζ̆’ εμεις με τον Γιώρκον εφκαιρώσαμεν το καζάνιν που τα ζίβανα, τα τελλειωμένα, εβάλαμεν άλλα τζ̆’ επήαμεν στο μπούκκωμαν.

Ετραούδησεν μου ο Γιώρκος τον «Δασονόμον» τζ̆αι κάποια τσιαττιστά. Άμαν το αρώτησα για το τραούδιν, πόττεν το ’μαθεν, είπεν μου:

  • Άκουσα το τραούδιν τούτον τον τζ̆αιρόν που ήμουν νέος, πά’ στα είκοσι μου, (γύρω στο 1940). Μάλιστα εγιώ άκουσα το που ξενοχωρίτες. Για μέναν τότε το τραούδιν ήτουν νέον. Άμαν εδιασκεδάζαμεν ο καθένας ετραούδαν το τραούδιν που του άρεσκεν. Έμέναν το τραούδιν μου ήταν «Ο Δασονόμος».

Έμεινα μιτά τους ως το δείλις στο καζάνιασμαν. Γύρισ’ ημέρα επήρα μιτά μου τζ̆αι τον φίλον μου τον Γιάννην Σουρουλλάν, τζ̆’ εκάμαμεν τζ̆’ άλλες ηχογραφήσεις που έναν ζευκάριν ηλικιωμένους.

Φαίνεται ότι «Ο Δασονόμος» εν’ έναν που τα πιο πρόσφατα δημοτικά τραούδκια που εδημιουργηθήκαν εις στην Κύπρον. Τούτον προκύπτει που τα πιο κάτω στοιχεία:

  • Την δεκαετίαν του 60΄ εξέραν το τζ̆αι τα κοπελλούδκια.

  • Για τον Γιώρκον Χ΄΄ Σάββαν, το 1940, το τραούδιν ήτουν νέον.

  • Το επάγγελμα του δασονόμου, του δασκάλου τζ̆αι του δικηγόρου, με τη μορφήν που περιγράφουνται στους στίχους του τραουδκιού εδειχτήκαν επί αγγλοκρατίας.

Τελειώννω με μιαν λεπτομέρειαν. Στο τραούδιν υπάρχουν οι εξής 2 στροφές:

Τζ̆’ ο δασονόμος κόρη μου

ήσυχος ’εν θα μείνει.

Έννα γυρίζει τα βουνά

τες πυρκαγιές να σβήννει

να γίνεται ολόμαυρος

γι’ ανάμιση σελίνιν.

Οι δασονόμοι μάνα μου

που το τριανταπέντε

πιάννουσιν κοσπεντάλιρα

τζ̆αι ζ̆ούσιν σαν λεβέντες.

Άμαν λαλεί η κόρη για 25 λίρες εν’ για έναν γρόνον που εννοά. Τζ̆αι τούτον θεωρεί το πολλά μιάλην αύξησην κοντά στο ανάμιση σελίνιν την ημέραν που λαλεί η μάνα της. Όμως, με ανάμιση σελίνιν την ημέραν, αν κάμουμεν τον λοαρκασμόν, βκαίννουν περίπου, πάλε 25 λίρες τον γρόνον.

Ένας φίλος χωρκανός μου είπεν μου ότι τον στίχον αττυμάται τον: «γιά ’ναν μισόν σελίνιν». Μισόν σελίνιν την ημέραν, δηλαδή. Για να στηρίξει την άποψην του εκάμαμεν τους πιο πάνω λοαρκασμούς. Εμέναν έπεισεν με τζ̆αι που τότες στες συναυλίες λαλώ: «γιά ’ναν μισόν σελίνιν». Στην ηχογράφησην εγράφτηκεν «για ανάμιση σελίνιν».

Το Τραούδιν ηχογραφήθηκεν τζ̆’ εκυκλοφόρησεν το 2002.

Εις μνήμην του Γιώρκου Χ΄΄ Σάββα.

Αφιερωμένον στην κυρίαν Μαρίαν που επιμένει ακόμα, μόνη της στην Λαζανιάν.

Μιχάλης Ττερλικκάς

17 τ’ Αούστου, 2015

ΜΕ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΝΟΥ

ΜΕ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΝΟΥ

Ψηφιακός Δίσκος: Στες άκρες της Ψυσ̆ής μου - 2000

Ποίηση: Χαράλαμπος Δημοσθένους

Σύνθεση: Μιχάλης Μόζορας

Ερμηνεία: Μιχάλης Ττερλικκάς

Το 1994, ο φίλος μου ο Μιχάλης Μόζορας είσ̆εν μιαν μπουάτ στην Λεμεσόν «Το Στέκι». Επρότεινεν μου να δοτ̆ζιμάσουμεν να κάμω μιαν κυπριακήν βραδιάν. Εν’ η αλήθκεια, ήταν τολμηρή η ιδέα, γιατί τότε ’εν ήταν μαθημένος ο κόσμος να παρακολουθά παραδοσιακήν μουσικήν σε έτσι τόπους, αλλά μόνον στα παναΰρκα. Όι πως έμαθεν σήμμερα, μα εν’ πολλά καλλύττερα τα πράματα. Επρογραμματίσαμεν το λοιπόν να γινεί μέσα στον Μάρτην.

Για να δώσουμεν κάτι διαφορετικόν εσκέφτηκα να εμπλουτίσω το πρόγραμμαν με πυθκιαύλιν τζ̆αι ποίησην στην κυπριακήν διάλεκτον. Ο πιο κατάλληλος για τούτον ήταν ο αγαπημένος μου φίλος Χαράλαμπος Δημοσθένους που την Κοντέαν. Ύστερις που την προσφυγιάν εμείνισκεν εις τα Μαντριά της Πάφου. Έπκιασα τον τηλέφωνον.

  • Χαράλαμπε, πάεις μιτά μου στην Λεμεσόν, να παίξεις πυθκιαύλιν τζ̆αι να απαγγείλεις ποιήματα σου;

  • Όπου θέλεις πάω, μιτά σου, Μιχάλη.

Έστησα έναν πρόγραμμαν ανάμιση ώρας με τραούδκια, πυθκιαύλιν τζ̆αι απαγγελίες. Η ορχήστρα μας ήταν βκιολίν με τον Σάββαν Στεφάνου τζ̆αι λαούτον με τον Γιάννην Σουρουλλάν.

Ο νύχτα ήταν πολλά πετυχημένη. Ο χώρος εφώρεν, σπιλακωμένα καμιάν εκατοστήν πλάσματα. Εγέμωσεν, τζ̆’ άμαν εφκαιρώνναν τραπέζια έρκουνταν άλλοι. Που την ανάμιση ώραν που ελοαρκάζαμεν επήαμεν χαζίριν δκυόμιση ώρες τζ̆’ ετραουδήσαμεν τζ̆αι στα τραπέζια, με τζ̆είνουν που ’εν ελαλούσαν να φύουν, αλλή καμιάν ώραν. Τζ̆αι τούτα ούλλα, δίχα μικρόφωνα!

Την νύχταν τζ̆είνην εγνώρισεν τον Χαράλαμπον ο Μιχάλης ο Μόζορας. Η γνωριμία τους εγίνην, υστερόττερα, το 2000, η αφορμή για να κάμει, ο Μιχάλης τον δίσκον του «Στες άκρες της ψυσ̆ής μου», με ορχηστρικά τζ̆αι μελοποιημένα ποιήματα του Χαράλαμπου Δημοσθένους. Επρότεινεν μου λοιπόν να συμμετάσχω φιλικά με έναν τραούδιν, τζ̆’ είπα του.

  • Έσ̆εις έναν μιάλον χαρτίν για να σου πω «νναί». Τον Χαράλαμπον. Φέρ’ το τραούδιν να τ’ ακούσουμεν τζ̆αι να σου απαντήσω.

Το ποίημαν είσ̆εν αρχικόν τίτλον: «Για το χορό του σταφυλιού από τους εκτοπισμένους Κοντεάτες». Που το ποίημαν εδκιαλέξαν, ο Μιχάλης τζ̆’ ο Χαράλαμπος, εφτά στροφές τζ̆’ εδώκαν του τίτλον: «Με τα φτερά του νου μου». Εισηγήθηκα στον Χαράλαμπον να το κάμουμεν: «Με τα φτερά του νου» τζ̆’ εδέχτηκεν. «Έσ̆εις δίκαιον, εν’ καλλύττερος», είπεν μου.

Κοντολοής, το τραούδιν άρεσεν μου. Μόνον που είπα του Μιχάλη.

  • Ξέρεις, είμαι νάκκον απειθάρχητος στην μουσικήν. Ετραούδησες μου το μιαν φοράν, έδωκες μου την μελωδίαν, που τζ̆ειαμαί τζ̆αι τζ̆ει άησ’ με να το πω όπως θέλω, να κάμω τα δικά μου τζ̆’ αν σου αρέσει γράφουμεν το.

Ήρτεν έσσω μου, ήρταν τζ̆’ οι μουσικοί, ο Κώστας Καρπασίτης – βκιολίν, ο Γιάννης Σουρουλλάς – λαούτον τζ̆’ ο Νίκος Σουρουλλάς – ταμπουτσ̆ιάν. Επροβάραμεν το, άρεσεν μας τζ̆’ εγράψαμεν το στο στούντιο.

Σύντομα, εκυκλοφόρησεν σε ψηφιακόν δίσκον, τον Γεννάρην του 2000.

Εις μνήμην του αγαπημένου μου φίλου Χαράλαμπου Δημοσθένους.

Αφιερωμένον σε ούλλους τους Κοντεάτες τζ̆αι σε ούλλους τους πρόσφυγες που μέσα που το τραούδιν για την Κοντέαν θωρούσιν το δικόν τους το χωρκόν.

Μιχάλης Ττερλικκάς

18 τ’ Αούστου, 2015.

ΜΕΣ’ Σ’ ΕΝΑΝ ΣΠΙΤΙΝ ΣΦΑΛΙΣΤΟΝ

ΜΕΣ’ Σ’ ΕΝΑΝ ΣΠΙΤΙΝ ΣΦΑΛΙΣΤΟΝ

Μιχάλης Ττερλικκάς

Δισκογραφική έκδοση: «Κυπραία Φωνή - Καλώς ήρταν οι ξένοι μας» - 2008

Όπου βρεθώ, πά ’στην κουβένταν, αρωτώ αν έσ̆ει κανέναν στο χωρκόν τους που να ξέρει παλιά τραούδκια, παραμύθκια τζ̆αι ιστορίες. Στο Πισσούριν είπαν μου για την κυρίαν Λαλλούν Μιχαλάκη – Σ̆ιαλή. Επήα τζ̆’ ήβρα την σ’ έναν ξενοδοχείον που εδούλευκεν τζ̆’ εκανονίσαμεν να βρεθούμεν άλλην ημέραν, έσσω της. Ήταν το 1996.

Εἰπεν μου διάφορα τραούδκια. Έναν ’πο τούτα ήταν τζ̆αι το: «Μέσ’ σ’ έναν σπίτιν σφαλιστόν», όπως μου το ονόμασεν. Ετραούδαν το αργόν, με γυρίσματα στην φωνήν, όπως τζ̆αι ούλλα τα τραούδκια που ετραούδαν. Η μελωδία του αττύμισεν μου έναν τραούδιν που άκουα παλιά τζ̆’ εξεκίναν έτσι: «Από το Άλφα ως το Χι, ώστι να κάμω την αρχήν…»

’Εν αττυμούμαι, όμως, είντα λοής εσυνέχιζεν παρακάτω.

Το ίδιον εγίνηκεν τζ̆αι με την κυρίαν Αίγλην Συμεού το 1997. Ήμουν εις την Βάσαν Κοιλανίου, που έχω πολλές φιλίες του κρασ̆ιού… Είπαν μου για την κυρίαν Αίγλην Συμεού. Εν’ που την Βάσαν μα μεινίσκει στην Σκάλαν. Εσυνάντησα την στο σπίτιν της στην Σκάλαν. Ηχογραφήσαμεν κάμποσα τραούδκια, αμμά ελειφτήκαμεν την ώραν. Έτσι επήα μιαν ημέραν τζ̆΄ έφερα την στο σπίτιν μου να δκιανευτεί τζ̆ιόλας τζ̆΄ εσυνεχίσαμεν. Τυχαία, ετραούδησεν μου τζ̆αι τζ̆είνη το ίδιον τραούδιν. Ίδια μελωδία, σχεδόν ίδιοι στίχοι, μα πιο γλήορον τζ̆αι πιο ρυθμικόν. Ονόμασεν μου το: «Ο Έρωτας των γεναικών»

Το 2008 εδιασκεύασα νάκκον τους στίχους, επρόσθεσα τζ̆αι τρεις δικές μου στροφές για να ολοκληρωθεί η φόρμα τζ̆’ ηχογραφήσαμεν το με τους: Ευξίφιον Σατσ̆ιάν – βκιολίν, Γιώργο Φούντο – λαούτον τζ̆αι Γιάννον Κυριακίδην – ταμπουτσ̆ιάν. Η δική μου ερμηνεία εν’ έναν πάντρεμαν των δκυο παραλλαγών. Εκράτησα, δηλαδή, τον ρυθμόν της κυρίας Αίγλης, αλλά λλίον πιο αργόν τζ̆αι τα μελωδικά γυρίσματα της κυρίας Λαλλούς.

Εκυκλοφόρησεν το 2008 με τίτλον: «Μέσ’ σ’ έναν σπίτιν σφαλιστόν»

Το τραούδιν διά μου την ευκαιρίαν για κάποιον σχόλιον:

Ένας στίχος του τραουδκιού λαλεί:

Ούλλον κορίτσ̆ια εκλεκτά

ήτουν τζ̆ει μέσα συναχτά.

Που είχασιν προσκαλεστούν

να στήσουν σούσαν να σουστούν.

Εν’ ολοφάνερον ότι αντί «προσκαλεστεί», τζ̆είνος που έγραψεν τον στίχον έβαλεν «προσκαλεστούν» για τα τσ̆ιαττίσει με το «σουστούν». Ενώ εμπόρηα άνετα να σάσω τον στίχον, άφηκα τον σκόπιμα, όπως ήταν, για να δείξω το φαινόμενον τούτον της λαϊκής ποίησης. Της παραποίησης, δηλαδή, κάποιας λέξης προκειμένου να εξυπηρετηθεί η ρίμα.

Μιχάλης Ττερλικκάς

25 τ΄ Αούστου, 2015

ΠΙΚΚΑΡΙΣΜΕΝΟΝ ΤΣΙΑΤΤΙΣΜΑΝ

ΠΙΚΚΑΡΙΣΜΕΝΟΝ ΤΣΙΑΤΤΙΣΜΑΝ

Μιχάλης Ττερλικκάς – Αντρέας Μαππούρας

Τα Μαππουρέικα 1 – (Κασέττα) – 1979

Τούτη η ιστορία, τζ̆’ αν πάει πολλά μακρά! Τζ̆αι μακάρι να την ιξέρουσιν πεντέξη!

Το 1976, ύστερις που τρία γρόνια στρατόν, εβρέθηκα στην Αθήναν. Μόνη μου περιουσία, μια βαλίτσα. Με λλία ρούχα τζ̆αι πόνον πολλύν. Τίποτε άλλον! Όμως τούτη εν’ άλλη, μιάλη, πονεμένη ιστορία τζ̆’ έννεν, της ώρας.

Τέσσερα γρόνια στην Αθήναν. Δύσκολος ο πρώτος τζ̆αιρός, μα υστερόττερα, με το μεροκάματον είσ̆εν η πούγκα μας ππαράες τζ̆αι για τες σπουδές μας τζ̆αι για την ζήσην μας τζ̆αι για την ταβέρναν. Άσχετον αν είμαστιν στην πρίζαν είκοσι ώρες το κοστετράωρον.

Χαζίριν κάθη νύχτα εκουλιάζαμεν στην ταβέρναν του Πάμπου, «Η Ωραία Κύπρος» στα Άνω Ιλίσια. Οι τοίσ̆οι της έννα ’ττυμούνται κόμα τες τραουδκιές μας. Χαρά στην δύναμην! Μα ήμουν τότε, λοαρκάστε, πά’ στα κοσιέναν με κοσπέντε μου!...

Μέσ’ στην παρέαν, ήταν τζ̆αι ο Στέλιος Παπαχριστοδούλου, ο Στελλάρας, που το Καρπάσιν. Λαλεί μου μιαν νύχταν, στην ταβέρναν το 1979.

  • Ρε, πόννα πάεις Κύπρον το καλοτζ̆αίριν, έχω έναν χωρκανόν εις την Σκάλαν, τον Λάμπρον τον Δκιάκον. Τούτος κάμνει κασέττες, παραγωγές δικές του με κυπριακά τζ̆’ έννα σε θέλει. Έννα πκιάεις τζ̆αι ππαράν!...

Το καλοτζ̆αίριν που ήρτα στη Κύπρον, εδούλευκα στα κτίσματα, αρκάτης. Έναν δείλις, που ’σκόλασα επήα στην Σκάλαν τζ̆’ ήβρα τον Λάμπρον, στην οδόν Ερμού. Τέλος πάντων, λαλεί μου:

  • Έχω δουλειάν έτοιμην. Να τραουδήσεις με τον Μαππούραν.

Άμαν άκουσα Μαππούρας, εγιώ, εσυντρομάχτηκα. Πού να σταθώ εγιώ ομπρός που τον θρύλον της τραουδκιάς. Μα είχα εμπιστοσύνην εις στον Μιχάλην, τζ̆αι λαλώ του:

  • Πότε;

  • Νά ’ρτεις αύριον να σου δώκω τα τραούδκια.

Εξαναπήα γύρισ’ ημέρα. Τα τραούδκια είνταν που ήταν; Δίστιχα του Αντρέα Μαππούρα, είτε σαν ποίημαν, που ήταν να τα τραουδήσουμεν, άλλα τζ̆είνος τζ̆αι άλλα εγιώ, σε διάφορες φωνές, είτε στημένον τσ̆ιάττισμαν, που τους διαλόγους είσ̆εν τους γραμμένους, έτοιμους, ο Μαππούρας.

Τέλος πάντων, εκανονίσαμεν, την τάδε μέραν να βρεθούμεν στο στούτιο του Κεραυνού στον Στρόβολον. Είπα του μάστρου μου, ήταν ανηψιότεγνος μου: Έτσι τζ̆’ έτσι… τζ̆’ εκανόνισα να μεν πάω δουλειάν. Να πάω να γινώ τραουδιστής!!!

Τέλος πάντων, στο στούτιο, ήταν η πρώτη φορά που εθώρουν που κοντά τον Μαππούραν. Εσύτντυχα του τζ̆’ εκάμανεν μαντάτα!!! Ήταν πολλά φιλικός. Προ πάντων άμαν τζ̆’ άκουσεν με, που ’κάμαμεν νάκκον πρόβαν, λαλεί του Λάμπρου:

  • Ως πολλάτε, ρε. Έφερες μου τζ̆’ έναν τραουδιστήν να τραουδήσω μιτά του να το ευκαριστηθώ!

Εγιώ επήρα πάνω μου. Μα εθώρεν με που ’εν ήμουν σίουρος τζ̆αι λαλεί μου.

  • Μεν φοάσαι, γιε μου. Ό,τι ’εν ιξέρεις έννα σου το τραουδώ μιαν φοράν τζ̆’ έννα το τραουδάς. Αρπάσσεις που την πρώτην εσού. Είδαν τ’ αμμάθκια μου εμέναν τραουδιστές!...

Τέλος πάντων, που τες εννιά ως το μεσομέριν ετραουδήσαμεν τραούδκια για τρεις κασέττες. Μιαν τζ̆’ έξω. Άμαν έπκιαννεν νάκκον γρέζον η φωνή του Μαππούρα τζ̆’ εσταμάταν, εμουρμούραν ο Λάμπρος:

  • Έκαμεν καραολίν, πάλε, ο λαιμός του γέρου. Έντζ̆αι ξέρει πως εγιώ εν’ με την ώραν που πκιερώννω το στούτιο!

Αντί «γέρου» εν’ κάτι άλλον που ελάλεν, αμμά θαρκούμαι εν’ κάλλιον να μεν το πω… Τούτον άκουσα το που ετραούδαν μόνος του ο Μαππούρας τζ̆’ ήμουν μέσα στην κονσόλαν τζ̆’ άκουα, με τον Λάμπρον τζ̆αι τον ηχολήπτην.

Άμαν τζ̆’ ετελειώσαμεν, λαλεί μας:

  • Άτε, εμπάτε μέσ’ στ’ αυτοκίνητον να ρέξουμεν που το Ψευτάν να σας τζ̆εράσω οφτόν.

Επήαμεν εις το Ψευτάν στο κέντρον του Δεσπότη. Εφά’μεν οφτόν τζ̆’ ήπκιαμεν τζ̆αι καμιάν πύραν. Εμέναν όμως έλαμνεν με η έννοια. Εν’ εις την Χώραν που εμείνισκα. Ο Λάμπρος τζ̆’ ο Μαππούρας είσ̆εν να πάσιν στην Σκάλαν. Είντα λοής είσ̆εν να στραφώ στην Χώραν;! Ππαράες για το λεοφωρείον ’εν τζ̆’ εκράουν! Εβαρυκώλιουν, εβαρυκώλιουν, σε μια στιμήν λαλεί ο Λάμπρος, του Μαππούρα:

  • Άτε, θκειε, να πάμεν; Εσού, ρε έννα στραφείς με το λεοφωρείον εις την Χώραν, έννεν; Λαλεί μου εμέναν.

Έφτασεν πκιον ο κόμπος εις στο κτένιν. Έπρεπεν να συντύχω. Λαλώ του Λάμπρου, έτσι αντροπκιάρικα:

  • Έντζ̆αι κραώ ριάλλια για το λεοφωρείον…

Εποτάβρισεν το σέριν του, που κάτω που το τραπέζιν τζ̆’ εκράεν έναν πεντοσέλινον. Τόσα ήτουν το αγώγειον του λεοφωρείου.

  • Έχω σου τα έτοιμα, λαλεί μου. Τζ̆’ έδωκεν μου το πεντοσέλινον.

Έπκια’ το τζ̆’ εγιώ, είπα ευκαριστώ, τζ̆’ εστράφηκα στην Χώραν με το λεοφωρείον του Λευκαρίτη.

Εστράφηκα, όμως τραουδιστής!!! Ετραούδησα με τον Μαππούραν στα κοστέσσερα μου!!!

Τούτην την ιστορίαν έπρεπεν να την ονομάσω: «Για έναν κομμάτιν οφτόν…»

Μιχάλης Ττερλικκάς

20 τ’ Αούστου, 2015

ΠΟΥ ’ΣΟΥΝ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΥΛΛΑ ΜΟΥ

ΠΟΥ ’ΣΟΥΝ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΥΛΛΑ ΜΟΥ

Μιχάλης Ττερλικκάς

Δισκογραφική έκδοση: «Κυπραία Φωνή - Καλώς ήρταν οι ξένοι μας» - 2008

Τον Μάην του 1998, ύστερα που μιαν πληροφορίαν που μου έδωσεν ο φίλος μου, Γιώργος Σοφοκλέους, επισκέφτηκα τον μακαρίτην τον Παναήν Χρ. Μάλλουρον που την Αρμίνου της Πάφου. Εμείνισκεν στο σπίτιν της κόρης του, της Ριάνας, στον Βόρειον Πόλον της Λευκωσίας. Ήταν, τότε, στα 91 του γρόνια.

Ο Παναής είσ̆εν πολλύν καμόν να μου τραουδήσει τζ̆αι να πει για την ζωήν του, που τον τζ̆αιρόν που ήταν μιτσής. Είπεν μου πολλά. Τζ̆είνον που έμεινεν εις τον νουν μου ήταν που μου είπεν δκυο τρεις φορές:

«Τόσον νάν κοπελλουρούιν ετσάππιζα τ’ αμπέλια, γέννημαν, βούττημαν. Ύστερις που εμιάληνα νάκκον, πά’ στα 14, έκαμνα τ’ αμπέλια με το άλετρον με τα χτηνά. Ετραούδουν ούλλη μέρα. ’Εν εδίουν παμόν. ’Εν ένωθα ποστασ̆ιάν. Άρεσκεν μου πολλά! Ήμουν ούλλον χαράν!»

Που τα τραούδκια που μου είπεν εξηχώρισα το «Πού ’σουν μελαχρινούλλα μου».

Που τότε έρκετουν ταχτικά τζ̆’ εσ̆σ̆ίτταν τον νουν μου. Όμως, όπως μου το ετραούδησεν, ’εν είσ̆εν ούτε σταθερόν ρυθμόν, ούτε σταθερήν μελωδικήν γραμμήν. Οι μελωδίες ήταν ανακατωμένες. ’Εν έβκαλλα άκραν τζ̆’ επαίδευκεν με.

Το παίδεμαν, όμως ’εν πάει ποττέ χαμένον. Δουλεύκει που κάτω - που κάτω τζ̆αι ζυμώννει τα πράματα δίχα να παίρνουμεν χαπάριν.

Το 2006, π’ άρκεψα να σκεδιάζω την επόμενην μου δισκογραφικήν έκδοσην είπα:

«’Εν γίνετε. Τούτον που άκουσα που τον Παναήν πρέπει να γινεί τραούδιν τζ̆αι να κυκλοφορήσει.» Την Άννοιξην του 2008 οι ηχογραφήσεις εκοντεύκαν εις το τέλος. Ήρτεν η ώρα του.

Έκατσα τζ̆’ εξηχώρισα τρεις βασικές μελωδίες. Έφερα τες εις τα μέτρα μου τζ̆’ ετραούδουν τες που τζ̆αι που, ώστι τζ̆’ εχώνεψα τες. Εδκιάλεξα εννιά στροφές, γιατί ήτουν παραπάνω, εδιασκεύασα νάκκον κάποιους στίχους τζ̆’ έκτισα το. Τρία μέρη που τρεις στροφές στες τρεις μελωδίες. (Α,Β,Γ - Α,Β,Γ - Α,Β,Γ).

Που την προηγούμενην έκδοσην υιοθέτησα την συμμετοχήν τζ̆αι άλλων μουσικών τζ̆αι ερμηνευτών, εκτός που τους μουσικούς της «Μούσας», με στόχον την πολυφωνίαν, αλλά τζ̆αι την αξιοποίησην κάποιων ανθρώπων, τους οποίους θεωρώ ξεχωριστούς. Έτσι επρότεινα σε δκυο αγαπητούς μου φίλους, πολλά καλούς μουσικούς τζ̆αι οργανοπαίχτες, τον Γιώργο Φούντον (λαούτο) τζ̆αι τον Ευξίφιον Σατσ̆ιάν (βκιολίν), να συνεργαστούμεν σε τούτον το τραούδιν. Εδεχτήκασιν με πολλήν ευκαρίστησην. Εβρεθήκαμεν, λοιπόν, ετραούδησα τους το, εξήγησά τους την δομήν του τζ̆’ εσυφφωνήσαν. Τζ̆είνοι, που σαν μουσικοί, εν’ πιο ειδικοί που λλόου μου, εδουλέψαν τον ρυθμόν, τζ̆’ εδώκαμεν του μιαν οργανωμένην μορφήν. Εν’ η αλήθκεια φαίνεται νάκκον παράξενος ο ρυθμός, αμμά θαρκούμαι εν’ έναν που τα στοιχεία που το κάμνει ξεχωριστόν. Εξ’ άλλου επροσπαθήσαμεν, που την μιαν ναν οργανωμένος αλλά ναν όσον το δυνατόν πιο κοντά στο ύφος του τραουδκιού, όπως εκαταστάλαξεν μέσα μου που τον Παναήν.

Άμαν τα ήβραμε ούλλα τζ̆’ εφαίνετουν, πκιον, έτοιμον, ηχογραφήσαμεν, με το κινητόν, τες τρεις τελευταίες στροφές. Σκέφτουμαι αν θα πρέπει να το πω τούτον, αμμά έννα το πω, έτσι για να ξανααττυμηθούμεν τζ̆’ εγιώ τζ̆αι οι συνεργάτες μου τζ̆είνην την στιμήν. Άμαν ακούσαμεν το αποτέλεσμαν είμαστιν τζ̆αι οι τρεις κάτι παραπάνω που συγκινημένοι. Εγεννήθην έναν μωρόν!

Το τραούδιν, παρόλον που δεν το εδιασταύρωσα με κάποια άλλην πηγήν, φαίνεται ότι σε κάποιαν εποχή ήταν διαδεδομένον, αφού ο Παναής είπεν μου ότι το έμαθεν που τους άλλους αρκάτες, που το ετραουδούσαν στα μεταλλεία του Αμιάντου, γύρω στο 1938 – 39.

Μιχάλης Ττερλικκάς

11 τ’ Αούστου, 2015

ΤΟ ΛΥΓΝΑΡΙΝ

ΤΟ ΛΥΓΝΑΡΙΝ

Μιχάλης Ττερλικκάς

Δισκογραφική έκδοση: «Κυπραία Φωνή - Καλώς ήρταν οι ξένοι μας» - 2008

Όπως ανάφερα τζ̆αι σε άλλην τραουδοϊστορίαν, το 1992 εγνώρισα τον ποιητήν Χαράλαμπον Δημοσθένους που την Κοντέαν. Ετσ̆ιαττίσαν τα σκουφκιά μας σε πολλά, τζ̆αι παρόλον που ήταν συνότζ̆αιρος του μακαρίτη του τζ̆υρού μου εφιλέψαμεν τζ̆’ επήαιννα ταχτικά τζ̆’ έβρισκα τον στα Μαντριά της Πάφου, που εμείνισκεν τότε, ύστερις που την προσφυγιάν. Εγυρίσαμεν τζ̆αι κάμποσους τόπους παρέαν. Άρεσκεν μας τζ̆αι τους δκυο το χωρκοϋρκόν.

Σε μιαν που τες ηχογραφήσεις που του έκαμα, στα Μαντριά, το Φερβάρην του ΄94, έναν που τα τραούδκια που μου ετραούδησεν ήταν τζ̆αι «Το λυγνάριν», που του άρεσκεν πολλά. Όπως μου είπεν έμαθεν το που τον θκειον του τον Αντρέαν Ζαχαριάδην που ήταν δάσκαλος.

Ωραίον τραούδιν, αμμά εμέναν ’εν μου ακούετουν για κυπριακόν. Η μελωδία επήαιννεν κατά Αιγαίον – Μικράν Ασίαν. Τωρά έννα μου πείτε: «Εν’ το πρώτον τραούδιν που μας ήρτεν ποτζεί;

Όι. Αμμά για να μπορούμεν να το βαφτίσουμεν κυπριακόν, έννα πρέπει να είμαστιν σίουροι ότι για μιαν εποχήν έξερεν το, τζ̆’ ετραούδαν το κόσμος πολλύς στην Κύπρον τζ̆’ όι ένας – δκυο.

Που τότε, ο Χαράλαμπος είπεν μου δκυο τρεις φορές.

  • Μιχάλη, το λυγνάριν εν’ πολλά καλόν τραούδιν. Πρέπει να το ηχογραφήσεις. Πάει σου.

Εγιώ, για τους λόγους που είπαμεν πιο πάνω, ήμουν νάκκον κρυός τζ̆’ επόφευκα.

  • Έννα δούμεν, Χαράλαμπε. Ελάλουν του αόριστα.

Έκαμα την έκδοσην «Κυπραία Φωνή – Στ’ αγνάρκα των τζ̆αιρών» το 2002, τζ̆’ ’εν το έβαλα.

Άμαν τζ̆αι άκουσεν ούλλα τα τραούδκια, ο Χαράλαμπος, λαλεί μου.

  • Εν’ πολλά ωραία τα τραούδκια σου, Μιχάλη. Μα το λυγνάριν ’εν το έβαλες.

  • Έννα δούμεν, Χαράλαμπε.

Τέλος πάντων, τούτη η κουβέντα εξαναγίνηκεν άλλο δκυο τρεις φορές.

Τον Οκτώβρην του 2007, οι ηχογραφήσεις της έκδοσης «Κυπραία Φωνή – Καλώς ήρταν οι ξένοι μας» ήταν μισόστρατα.Τα τραούδκια ήταν προγραμματισμένα, δίχα το λυγνάριν. Επήα να δω τον Χαράλαμπον. Ήταν νάκον κρυαδούα τζ̆’ εκάτσαμεν στον ήλιον πάνω στ’ ανόιν. Η πρώτη του κουβέντα ήταν:

  • Μιχάλη, έχω μιαν απαίτησην που λλόου σου.

  • Είντα απαίτησην, Χαράλαμπε; Λαλώ του.

  • Θέλω να τραουδήσεις το λυγνάριν.

  • Καλάν, άησε να δούμεν. Είπα του.

Ώσπου νά ’ρτω έσσω αποφάσισα:

«Εν ιμπόρεις να πεις όι σε μιαν … απαίτησην του Χαράλαμπου!»

Εβρεθήκαμεν, με τους μουσικούς, το Γιώργο Φούντο τζ̆αι τον Ευξίφιον Σατσ̆ιάν ετραούδησα τους το, έβαλα τους τζ̆αι την ηχογράφησην του Χαράλαμπου τζ̆’ ακούσαν την, εβάλαμεν τα κάτω τζ̆’ ήβραμεν άκραν. Εδώκαμεν του μορφήν. Έτοιμον για το στούτιο.

Η «απαίτηση» ηχογραφήθηκεν τζ̆’ εκυκλοφόρησεν το 2008

Η αίσθηση μου, τότε, ότι το τραούδιν έρκετουν που Αιγαίον – Μικράν Ασίαν εφάνην υστερόττερα ότι ήταν σωστή. ’Εν το έψαξα που τότες τζ̆’ είχα τον σκοπόν μου. ’Εν έθελα, αν έβρισκα κάτι, να επηρεάσει την δικήν μου ερμηνείαν. Έθελα να έχω στον νουν μου μόνον την ερμηνείαν του Χαράλαμπου. Πράγματι, άμαν εδισκογραφήθηκεν τζ̆’ ύστερις, έψαξα το τζ̆αι ήβρα το. Ὀποιος το ψάξει έννα τό’ βρει. Τελικά καλά έκαμα, θαρκούμαι, που ’εν το εγύρεψα που τότες. Γιατί έτσι εγίνηκεν έναν άλλον «λυγνάριν», με την σφραγίδαν του Χαράλαμπου τζ̆αι του Μιχάλη. Ενώ όπως υπάρχει σε άλλες ερμηνείες από Ελλάδαν, εν’ πολλά διαφορετικόν. Νναι μεν έσ̆ει την ίδιαν μελωδίαν, αλλά εν πιο ρυθμικόν τζ̆αι πιο γλήορον.

Εις μνήμην του Χαράλαμπου Δημοσθένους

Μιχάλης Ττερλικκάς

26 τ’ Αούστου, 2015

ΤΡΕΙΣ ΕΛΙΕΣ ΤΖ̆ΑΙ ΜΙΑΝ ΤΟΜΑΤΑΝ

ΤΡΕΙΣ ΕΛΙΕΣ ΤΖ̆ΑΙ ΜΙΑΝ ΤΟΜΑΤΑΝ

Μιχάλης Ττερλικκάς - μουσική Παρέα «Μούσα»

Δισκογραφική έκδοση: «Κυπραία Φωνή - Καλώς ήρταν οι ξένοι μας» - 2008

Το τραγούδιν τούτον εσιγοτραούδησεν μου το μια δκυο φορές, ο αείμνηστος Θεόδουλος Καλλίνικος, τότες που εβρεθούμαστιν συχνά, στες αρκές της δεκαετίας του 80΄. Εβελόνιασα το, αλλά ’εν ιμπόρω να πω ότι το έπκιαα τέλλεια. Είχα όμως την τύχην να το ακούσω ξανά που τον ίδιον, τζ̆αι να το ηχογραφήσω, που το ετραούδησεν, με την χορωδίαν του, στην τιμητικήν εκδήλωσην που εδιοργάνωσεν για λλόου του η Εταιρεία Κυπρίων Συνθετών, στην Πύλην Αμμοχώστου στες 14 του Νιόβρη, το 2001.

Πάνω, κάτω το 2005 έβκαλα το ξανά που τα συρτάρκα του νου τζ̆αι των ηχογραφήσεων. Όπως κάμνουμεν με ούλλα τα τραούδκια, εβρεθήκαμεν με την μουσικήν μου την παρέαν, ετραούδησα τους το ξανά τζ̆αι ξανά, ώστι τζ̆’ εμάθαν να το παίζουν. Βκιολίν, λαούτον τζ̆αι ταμπουτσ̆ιά. Έπκιαεν την πρώτη του μορφήν τζ̆’ αρκέψαμεν να το τραουδούμεν στες συναυλίες μας. Έτσι κάμνουμεν με ούλλα τα τραούδκια. Με τον τζ̆αιρόν εψήθηκεν, τζ̆’ εγίνηκεν δικόν μας. Εδκιάλεξα τους στίχους που μ’ αρέσκαν, ’πο τζ̆είνους που υπήρχαν, επίντωσα τζ̆’ έναν δικόν μου,

Τρεις ελιές, μα κολυμπάτες

εκαΐλησεν, ταχάτες

τζ̆’ ’εν θα γλέπω πιον τες στράτες.

τζ̆’ ήταν έτοιμον, πιον, για ηχογράφησην.

Ηχογραφήθηκεν τζ̆’ εκυκλοφόρησεν το 2008.

Μιχάλης Ττερλικκάς

11 τ’ Αούστου, 2015

ΦΩΝΗ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗ

ΦΩΝΗ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗ

Μιχάλης Ττερλικκάς - μουσική Παρέα «Μούσα»

Δισκογραφική έκδοση: «Κυπραία Φωνή - Καλώς ήρταν οι ξένοι μας» - 2008

Το 1990 αγγονίστηκα την έκδοσην που Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος «Κύπρος –Δημοτική Μουσική», μιαν κασετίναν με 7 δίσκους βυνιλλίου, τζ̆’ άρκεψα τους νεκάτωμαν. Έναν που τα τραούδκια, που μου άρεσεν πολλά, ήταν έναν τραούδιν με τίτλον «Ερωτικά». Εκαταγράψαν το το 1980 στο Νιον Χωρκόν της Πάφου που τον Χαμπήν Θεορή, που την Ίννειαν τζαι την Δρούσιαν, που έπαιζεν τζαι ταμπουτσιάν. Βκιολίν έπαιζεν ο Χαμπής Λαζάρου. 

Με τον Μητροπολίτην Μόρφου, Νεόφυτον, εγνωριστήκαμεν το 1998 που ενθρονίστηκεν στην Ευρύχου, προσωρινήν έδραν της μητρόπολης. Για πολλούς λόγους, ένας που τούτους ήταν η κοινή αγάπη τζ̆αι το ενδιαφέρον για την Δημοτικήν Μουσικήν, εγινήκαμεν κάτι παραπάνω που γνωστοί. Που τότες εσυμπλαζούμαστιν, που τζ̆αι που, στην μητρόπολην τζ̆’ ελαλούσαμεν τα.

Σε μιαν που τες συναντήσεις μας, το 2002, λαλεί μου με ενθουσιασμόν:

  • Ξέρεις πκοιόν ανακάλυψα; Τον Χαμπήν Θεορή που τραουδά στους δίσκους του Πελοποννησιακού!
  • Πού; Λαλώ του.
  • Στην Τσακκίστραν.
  • Τζ̆’ είντα γυρεύκει τζ̆ει πάνω;
  • Επαντρεύτηκεν.

Έκαμεν μου τζ̆αι την ιστορίαν είντα λο’ς τζ̆’ ανακάλυψεν τον.

  • Επήα στην Τσακκίστραν να λουτουρκήσω. Λαλεί μου. Σε κάπκοιαν στιγμήν που έφκηκα στην πόρταν του Ιερού, θωρώ καρτζ̆ιν μου, στο παγκάριν έναν ψηλόν. Έμοιαζεν πολλά με την φωτογραφίαν που έσ̆ει στην έκδοσην. Άμαν επολουτουρκήσαμεν, την ώραν που με εσ̆αιρέταν, λαλώ του:
  • Είσαι ο Χαμπής Θεορή;

Τέλος πάντων, είπαν τα, τζ̆’ ο Χαμπής έκαμεν του τζ̆αι το τραπέζιν.

Ύστερις που λλίον τζ̆αιρόν επήα στην Τσακκίστραν τζ̆’ ήβρα τον Χαπμήν. Έκαμεν μου πολλές ιστορίες της ζωής του. Τον Ιούλην του 2003, εξαναπήα με τα σύνεργα μου. Είπεν μου ιστορίες πολλές τζ̆αι τραούδκια. Για να μου τραουδήσει την συγκεκριμένην «φωνήν» που έξερα που τον δίσκον, εχάραξα του τα λόγια. Άρκεψεν να τραουδά τα λόγια μα πάνω σε άλλην «φωνήν». Την γνωστήν «φωνήν» που τραουδά ο πκιο πολλύς κόσμος τα τσ̆ιαττιαστά. Εχάραξα του την άλλην «φωνήν» τζ̆’ αττυμήθηκεν την αμέσως. Δαμαί εν’ ευκαιρία να πούμεν ότι τούτον το περιστατικόν φανερώννει ότι, άμαν ο άνθρωπος ξωμακρίσει που τον τόπον του, το περιβάλλον τζ̆αι τους ανθρώπους ξηχάννει πολλά ’πο τζ̆είνα ούλλα που ήταν μαζίν σφιχτοδημμένα, δίχα να το πάρει χαπάριν. Άμαν τον αρώτησα είνταν που λαλούν τούτην την «φωνήν», είπεν μου ’εν έξερεν.

Άρκεψα, σιγά – σιγά να την τραουδώ στες συναυλίες, δίχα όνομαν. Ήταν ’κόμα αβάφτιστη. Αρώτησα τζ̆’ άλλους παφίτες αμμάν έξερεν κανένας να μου την ονοματίσει. Στο μεταξύ άκουσα την τζ̆αι που έναν ψηφιακόν δίσκον του Χρήστου Σίκκη, με την ονομασίαν: «Φωνή Πόλης Χρυσοχούς - Πάφου», προφανώς γιατί η καταγραφή του Πελοποννησιακού εγίνην στο Νιον Χωρκον της Πάφου, κοντά στην Πόλην. 

’Εν με ικανοποίαν καμιά που τες δκυο ονομασίες. Έτσι, με αφορμήν τον πρώτον της στίχον: «Έλα να πάμεν μάνα μου τζ̆ει στα βουνά τ’ Ακάμα…», εβάφτισα την «Φωνή τ’ Ακάμα». Υστερόττερα, που αρώτησα τον Νικόλαν τον Βκιολάρην, που την Χλώρακαν, είπεν μου ότι τη λαλούν «Παφιτούαν».

Η φίλη μου η Νικολέττα Δημητρίου στα πλαίσια της έρευνας, που έκαμνεν για το διδακτορικόν της, εκατάγραψεν την, το καλοτζ̆αίριν του 2005, που τον Χαράλαμπον Μαυρέλλην, που την Φύτην, ως «Καταραμένην». Άμαν μου το είπεν αττυμήθηκα ότι τού’ν την ονομασίαν εσυναφέραν την σε έναν γλέντιν που εκαταγράψαμεν το 2004 στην Τάλαν, με την φίλην μου την Λίναν Χριστοδουλίδου στα πλαίσια της δικής της διατριβής.

 Το 2006, εδιασταυρώσαμεν με την Νικολέτταν, την ονομασίαν που τον Χαμπήν Θεορή. Στην αρκήν είπεν μας, πάλε, ότι ’εν αττυμάτουν τ’ όνομαν της. Όμως, άμαν του εσυνάφερα την ονομασίαν, «Καταραμένη», δίχα να βαρυκωλιήσει είπεν μας:

  • Ναι! ’Εν έτσι που την ελαλούσαν.

Που τότε ετραούδουν την πκιον με την ονομασίαν: «Φωνή Καταραμένη».

Το 2008, είπεν μου ο φίλος μου ο Πανίκκος Χρυσάνθου ότι στην Κυνούσαν της Πάφου, ένας ηλικιωμένος, ο Ματθαίος Παπαχριστοδούλου, ψάλτης τζ̆αι γιος παπά, ετραούδαν μιαν «φωνήν» που έμοιαζεν πολλά με την «Φωνήν τ’ Ακάμα» που ετραούδουν. Επήαμεν τζ̆’ ήβραμεν τον. Ήταν εις τες τσούρες. Επήαν τζ̆’ εφωνάξαν του τζ̆’ ήρτεν. Εσυντύχαμεν νάκκον ετζ̆έρασεν μας τζ̆αι την καθιερωμένην ζιβάναν, εκάμαμεν τζ̆αι τον χωραττάν μας τζ̆’ εμπήκαμεν εις το θέμαν. Ο Πανίκκος έγραφεν με την κάμεραν. Λαλώ του Ματθαίου.

  • Ε, έννα τραουδήσουμεν, μάστρε;
  • Είνταν που θέλεις να σου τραουδήσω; 
  • Ότι θέλεις. Εσού είσαι ο μάστρος.
  • Να σου πω μιαν «Καταραμένην»; Λαλεί μου.

Αστράψαν τ’ αμμάθκια μου. Ήταν η τέταρτη επιβεβαίωση. Για την ακρίβειαν η τριάμιση, γιατί τζ̆είνη της Τάλας ήταν αόριστη. Τούτη, όμως ήταν κοφτή τζ̆αι ξηκούτσουλλη. Δίχα αρώτημαν. Απόλαυσα την «Καταραμένην», μιας τζ̆’ είχα την, πκιον, καταγραμμένην!

Με τον Ματθαίον εβρεθήκαν τζ̆ άλλες φορές που τότε. Η τελευταία φορά, ήταν τον περασμένον σ̆ειμώναν.  Παρόλον που ήταν εις το στρώμαν, τον χωραττάν μας εκάμαμεν τον. Εμακαρίστηκεν τον περασμένον Ιούνην. Αιωνία του η μνήμη.

Τωρά σκοντόν, στες 6 τ’ Αούστου, 2015, ο Νεόφυτος Κωσταντίνου που την Λετύμπου, βκιολάρης τζ̆αι τραουδιστής, σε συνέντευξην με την Νικολέτταν, επιβεβαίωσεν μας τζ̆αι τζ̆είνος την ονομασίαν. Κατά που μας είπεν, έτσι του την ονόμασεν παλιά ο δάσκαλος του στο βκιολίν, ο Πετριδκιώτης. Ο Νεόφυτος ετραούδησεν μας τζ̆αι τον εξής στίχον πάνω στην "Καταραμένην", που τον άκουσεν παλιά.

«Τα κόκκαλα μου να γινούν

καννιά σαν την ανέμην 

'εν παραιτώ που λλόου σου 

ωρή καταραμένη».

Όσους τζ̆αι ν’ αρώτησα, ’εν εβρέθην κανένας να μου δώκει απάντησην στην ερώτησην: «Γιατί Καταραμένην;»

Ο στίχος τούτος μπορεί να διά  μιαν απάντησην. Ότι, δηλαδή, πιθανόν, η "φωνή" να έκπιαεν το όνομαν της που το περιεχόμενον κάπκοιου στίχου.

Το 2008 ηχογραφήθηκεν με τίτλον «Φωνή Καταραμένη» τζ̆’ υπάρχει στην δισκογραφικήν έκδοσην: «Κυπραία Φωνή - Καλώς ήρταν οι ξένοι μας».

Λαλώ να την πάρω άλλο νάκκον πάρα τζ̆ει τούτην την ιστορίαν. Θαρκούμαι αξίζει τον κόπον τζ̆αι την υπομονήν σας.

Τον Σεπτέβρην του 2008 η ηχογράφηση ήταν έτοιμη. Επήα να δω τον Χαμπήν στην Τσακκίστραν τζ̆’ επήρα του την τζ̆’ άκουσεν την. Παρόλον που ήταν νάκκον άρρωστος εμεράκλωσεν τζ̆’ ετραούδαν μιτά μου. Εξαναπήα τον Νιόβρην που ήταν τελειωμένη η έκδοση τζ’ επήρα του την. Ήταν περίτου άρρωστος, μα εσιανοτραούδησεν νάκκον.

Τες 18 του Δετζ̆έβρη ετηλεφώνησεν μου η Γαλατού, η γεναίκα του τζ̆’ είπεν μου ότι ο χαμπής εβάρησεν. Επήα γύρισ’ ημέρα. Λαλεί μου η Γαλατού: 

  • ’Εντζεν να σε αγρωνίσει. Έσ̆ει που τα ’χτες ’εν αγρωνίζει κανέναν.
  • Επήα δίπλα που την καρκόλαν του, εσύντυχα του, τίποτε! Καμιά αντίδραση. Λαλώ της Γαλατούς.
  • Γαλατού φέρ’ τζείν’ το μηχάνημαν που παίζει CD, τζ̆αι το CD που σας έφερα τελευταία.
  • ’Εν καταλάβει, γιε μου. Άδικος ο κόπος σου!
  • Φέρ’ το θκεια, σε παρακαλώ.

Έφερεν το. Έβαλα το πάνω στην καρκόλαν τζ̆’ έβαλα την «Καταραμένην» να παίζει. Άρκεψεν να ταράσσει τα σ̆είλη του.

  • Ποκοιός εν’ τούτος Χαμπή; Λαλεί του η Γαλατού.
  • Εεεεν’ ο Ττεεερλιιικάαας! Ήηηρτεεες Ττεεερλικκάαα μου; Εκαρτέρουν σεεε. Τζ̆’ έπασκεν να τραουδήσει.

Η μουσική εσυνέχισεν να παίζει τζ̆αι ο Χαμπής ησύχασεν. Η Γαλατού έκλεισεν την μουσικήν τζ̆’ είπεν μου.

  • Πάμεν ποτζ̆ει στη τσιμινιάν να τον αήκουμεν να πνάσει.

Επήαμεν, τζ̆’ η Γαλατού εμάσ̆ετουν να σάσει τζ̆εραστικόν. Ακούω τον Χαμπήν να φωνάζει.

  • Ρεεε Ττεεερλικκάαα, μα που επήεεες; Είντα εσταμάτησες;

Επήα τζ̆’ εξανάβαλα του την μουσικήν, έκατσα κοντά του τζ̆’ ησύχασεν. Γύρισ’ ημέρα ετηλεφώνησεν μου η Γαλατού τζ̆’ είπεν μου ότι ο Χαμπής εμακαρίστην.

Που τον εκατεβάζαμεν μέσα στο μνήμαν ετραουδήσαμεν του την «Καταραμένην».

Αιωνία σου η μνήμη, Χαμπή!

Μιχάλης Ττερλικκάς

21 τ’ Αυούστου, 2015

 

 

ΦΩΝΗ ΚΩΜΗΤΙΣΣΑ

ΦΩΝΗ ΚΩΜΗΤΙΣΣΑ

Μιχάλης Ττερλικκάς – Χρήστος Κωνσταντίνου (ταμπουράς)

Δισκογραφική έκδοση: «Κυπραία Φωνή – Στ’ αγνάρκα των τζ̆αιρών» - 2002

Το 1992, ύστερις που μιαν θεατρικήν παράστασιν στην Χώραν, εβρεθήκαμεν σε μιαν ταβέρναν, κάμποσοι φίλοι. Εκάμναμεν το ταχτικά τζ̆ειν’ τον τζ̆αιρόν. Πάνω στο φαν, πάνω στο πκειν τζ̆’ ύστερις που καμπόσην τραουδκιάν, είπεν μου μια κοπέλλα που την παρέαν, η Μαρία Εμμανουήλ, που την Αγιάν Μαρίναν της Σ̆σ̆υλλούρας, ότι ο παππούς της ετραούδαν μιαν «Φωνήν», την «Μαρινιωτούν». Έτσι ευκαιρίες ’εν τες έχαννα.

Ο παππούς, ο Τζ̆ιαννής Πουλλής, Μαρωνίτης που την Αγιάν Μαρίναν, εκάθετουν εις τον Κοτσ̆ιάτην. Εκανονίσαμεν τζ̆’ επήαμεν έσσω του, στον Κοτσ̆ιάτην, με την Μαρίαν τζ̆αι τον Ευαγόραν Καραγιώργην. Είχα τότες έναν μιτσίν κασεττοφωνούιν με μικροκασέττες. Τέλος πάντων, ο Τζ̆ιαννής τζ̆’ η Μαριαννού, η γεναίκα του, εκαλοδεχτήκαν μας. Έφερεν η Μαριαννού την ζιβάναν τζ̆αι τον μεζέν της τζ̆’ εμπήκαμεν εις το ψητόν. Έφερεν ο Τζ̆ιαννής έναν μπουζούκκιν τζ̆’ άρκεψεν την τραουδκιάν. Είσ̆εν πολλά καλήν φωνήν. Ετραούδησεν μας διάφορα, πριχού να μας τραουδήσει την «Μαρινιωτούν». Ύστερις λαλεί μου:

  • Να σου πω τζ̆αι μιαν Καρπασίτισσαν;

  • Πε μου ό,τι θέλεις, μάστρε.

Έξερα την «Καρπασίτισσαν». Τζ̆είνον που μου ετραούδησεν, όμως, ’εν έμοιαζεν με την «Καρπασίτισσαν» που έξερα. Επέμενεν, όμως, ότι εν’ «Καρπασίτισσα». Τέλος πάντων, ύστερις ήρταν, ένας γιος του τζ̆αι κάποιες γειτόνισσες στην παρέαν, εξηθάρεψεν τζ̆’ η Μαριαννού τζ̆’ ετραούδησεν την «Καρπασίτισσαν». Ήταν αποκάλυψη! Ετραούδαν με τζ̆ειν’ τον τρόπον τον γλυτζ̆ύν που τραουδούν, οι γεναίτζ̆ες του τόπου μας. Με το συμπάθκιον, που ετραουδούσαν έθελα να πω, γιατί δυστυχώς σήμμερα, όι μόνον οι νέες, μα τζ̆’ οι παλιές θαρκούνται ότι όσον πιο δυναμικά τζ̆’ όσον πιο αππωμένα τραουδήσουν, τόσον το καλλύττερον. Γιατί τζ̆αι που λαλείτε, η Μαριαννού ετραούδαν γλυτζ̆ιά, θηλυκά, παραπονιάρικα, όι κλαμένα, με κάτι κεντήματα στην φωνήν, που μοσκολοούσιν Κύπρον. Έμεινεν εις τον νουν μου.

Εξανάκουσα την ηχογράφησην με την ησυχίαν μου. Το θέμαν με την «Μαρινιωτούν» ήταν ξακάθαρον. Η «Καρπασίτισσα», όμως, επαίδευκεν με. ’Εν εταίρκαζεν το όνομαν. Εκατάληξα ότι ο Τζ̆ιαννής εμπόρηεν νά’ θελεν να πει, «Καρπασ̆ιώτισσαν». Δηλαδή που την Καρπάσ̆ιαν, έναν μαρωνίτικον χωρκόν, κοντά στην Αγιάν Μαρίναν.

  • Είντα γυρεύκει ο γέρος; Λαλώ, στην Καρπασίαν, τόσον μάκρος!...

Τέλος πάντων, εβάφτισα την «Καρπασ̆ιώτισσαν» τζ̆’ άρκεψα τζ̆’ ετραούδουν την στες συναυλίες, με την συνοδείαν λαούτου.

Εντυπωσιασμένος που την ερμηνείαν της Μαριαννούς, έκτισα το τραούδιν με τέτοιον τρόπον που να έσ̆ει μέσα τζ̆αι τού’ν την ομορκιάν. Την πρώτην τζ̆αι την τρίτην στροφήν ετραούδουν τες κατά Τζ̆ιαννήν τζ̆αι την δεύτερην τζ̆αι την τέταρτην κατά Μαριαννούν.

Κατά τον λό’ν, τότες που μας ετραούδησεν ο Τζ̆ιαννής με τον μπουζούκκιν αρώτησα τον.

  • Μα εν’ μπουζούκκιν που παίζεις;

  • Παλιά, γιε μου, στην Αγιάν Μαρίναν, έπαιζα τα με τον τταμπουράν. Ύστερις, εθώρουν τους άλλους που επαίζαν λαούτον, τζ̆’ εγύρισα το τζ̆’ εγιώ στο λαούτον. Ύστερις που εγινήκαμεν πρόσφυγες, με λαούτον είχα, με τταμπουράν. Ήβρα ένα μπουζούκκιν τζ̆αι πελεκώ το.

Έμπην μου που τότε η ιδέα να ηχογραφήσω τα δκυο τραούδκια, την «Μαρινιωτούν» τζ̆αι την «Καρπασ̆ιώτισσαν», με τταμπουράν τζ̆αι φωνήν. Μα ’εν έξερα κανέναν τταμπουρατζ̆ήν.

Με το όνομαν της «Φωνής, ευτυχώς, ’εν έμελλεν να τελειώσουμεν δαμαί. Το 1993, εγνώρισα τον Μιχαλάκην Ηλία (γιον του πολλά γνωστού παλιού βκιολάρη Νίκου Ηλία, που την Κώμαν του Γιαλού). Ο Μιχαλάκης παίζει βκιολίν, με έναν ξαχωριστόν καρπασίτικον χρώμαν. Ήταν, τότε, μαέστρος της φιλαρμονικής της αστυνομίας. Σε μιαν που τες συναντήσεις μας στο σπίτιν μου, αφού ήπκιαμεν τες ζιβάνες μας τζ̆’ εμεράκλωσεν, άρκεψεν να παίζει με το βκιολίν μιαν μελωδίαν. Αστράψασιν τ’ αμμάθκια μου. Έμοιαζεν πολλά με την «Καρπασίτισσαν» του Τζ̆ιαννή. Άμαν ετέλειωσεν αρώτησα τον είνταν που ήταν τζ̆είνον πό’ παιξεν τζ̆’ είπεν μου πως ήταν μια «φωνή» που το χωρκόν του, την Κώμαν του Γιαλού. Στην Καρπασίαν!

Έπκιασα το νήμαν που τζ̆ειαμαί τζ̆’ άρκεψα το νεκάτωμαν. Η άκρα εβρέθηκεν στο βιβλίον του Σώζου Τομπόλη, «Κυπριακοί Ρυθμοί και Μελωδίες», ήβρα καταγραμμένην μιαν «Φωνήν» με τίτλον «Φωνή Κωμήτισσα». Έμοιαζεν πολλά με τζ̆είνον που είχα μέσα στ’ αφκιά μου. Έτσι, η «Καρπασίτισσα» του Τζιαννή, που την εβάφτισα «Καρπασ̆ιώτισσαν» ήβρεν το πραγματικόν της όνομαν. «Φωνή Κωμήτισσα». Τέλος καλόν, όλα καλά τζ̆αι η πλάνη αποφεύχτηκεν.

Το ταξίδιν, όμως, της «Κωμήτισσας» συνεχίζεται. Όπως εθώρουν τηλεόρασην, μιαν ημέραν, έππεσα πάνω σε έναν πρόγραμμαν του ΡΙΚ με τον μακαρίτην τον Νέαρχον Γεωργιάδην. Εμίλαν με κάποιον μουσικόν. Ήταν ο μακαρίτης ο Χρήστος Κωνσταντίνου. Σπουδαίος μουσικός, πασίγνωστος στην Ελλάδαν, Κυπραίος, συντοπίτης μου, που τ’ Αρκάτζ̆ιν του Μόρφου. Τότε ’εν τον έξερα. Ούτε τζ̆αι πόσον σπουδαίος μουσικός τζ̆αι άνθρωπος ήταν. Τούτα εκατάλαβα τα υστερόττερα, που εγινήκαμεν φίλοι. Σε κάποιαν στιγμήν, ανάμεσα στα όργανα που είπεν ότι παίζει εσυνάφερεν τζ̆αι τον ταμπουράν. Για μέναν έφεξεν!

Ήβρα το τηλέφωνον του που τον Νέαρχον τζ̆’ ετηλεφώνησα του, στην Αθήναν. Δίχα να τον ιξέρω, δίχα να με ξέρει. Είπα του ότι είχα δκυο τραούδκια κυπριακά που έθελα να τ’ ακούσει τζ̆’ αν τ’ αρέσουν να μου παίξει ταμπουράν να τα ηχογραφήσουμεν. Έδειξεν μιάλην προθυμίαν. Έπεψα του τα σε μιαν κασέτταν, αρέσαν του, τζ̆’ εσυφφωνήσαμεν, με την πρώτην ευκαιρίαν πού ’σ̆σ̆εν να πάω στην Αθήναν να τα ηχογραφήσουμεν.

Τούτον εγίνηκεν το 1995. Επήα έσσω του, στο Μαρούσιν, αργά την νύχταν, γιατί ούλλη μέρα ήταν απασχολημένος με διάφορες ηχογραφήσεις. Έβαλεν την κασέτταν, άκουσεν τα νάκκον, εκούρτισεν τον ταμπουράν τζ̆’ άρκεψεν να κάμνει τταξίμια. Εδοτζ̆ιμάσαμεν την πρώτην τζ̆αι την τελευταίαν στροφήν που το καθέναν. Ολόκληρα, είπαμεν τα τζ̆’ εγράψαμεν τα, γύρισ’ ημέρα στο στούντιο. Πρίμα βίστα, που λαλούν.

Άμαν εστράφηκα που την Αθήναν, με την ηχογράφησην έτοιμην επήα στον Τζ̆ιαννήν τζ̆’ έβαλα τα τραούκια τζ̆’ άκουσεν τα. Το πρώτον του σχόλιον ήταν για τον παίξιμον του ταμπουρά.

  • Όι ρε! Μα τούτος παίζει α!

Όσην ώρα τα άκουεν ήταν χαμογελαστός τζ’ εταξίδευκεν, να δούμεν πού;!

Ύστερις που λλίον τζ̆αιρόν ο Τζ̆ιαννής άφηκεν μας γρόνους.

Τα δκυο τραούδκια επεριληφθήκαν στην δισκογραφικήν έκδοσην:

«Κυπραία Φωνή – Στ’ αγνάρκα των τζ̆αιρών» - 2002

Εις μνήμην του Τζ̆ιαννή, της Μαριαννούς, του Σώζου Τομπόλη, τζ̆αι του Χρήστου Κωνσταντίνου που δυστυχώς έφυεν πρόωρα, τον περασμένον Μάρτην, στα 65 του γρόνια.

Μιχάλης Ττερλικκάς

16 τ’ Αούστου, 2015

ΦΩΝΗ ΠΑΦΙΤΙΤΖ̆Η

ΦΩΝΗ ΠΑΦΙΤΙΤΖ̆Η

Μιχάλης Ττερλικκάς - μουσική παρέα «Μούσα»

Δισκογραφική έκδοση: «Κυπραία Φωνή – Στ’ αγνάρκα των τζ̆αιρών» - 2002

Την «Παφίτιζ̆ην Φωνήν» έξερα την που την δεκαετίαν του 60΄ που την ηχογράφησεν ο αείμνηστος Θεόδουλος Καλλίνικος στο ΡΙΚ. Υστερόττερα, το 1973, εδισκογράφησεν την σε δίσκον βινυλλίου. Ήταν που τα πρώτα κυπριακά τραούδκια που έξερα τζ̆’ ετραούδουν τα.

Που το 1979 που έμπηκα τζ̆’ ηχογράφησα στο στούτιο με τον μακαρίτην τον Αντρέαν Μαππούραν, έβαλα στον νουν μου ότι κάποτε έννα κάμω δικόν μου δίσκον. Δόξα Σοι ο Θεός, έκαμα. Όι πολλούς μα τραούδκια κάμποσα, καμιάν ενενηνταρκάν. Που τότες λοιπόν είχα στον νουν μου να ηχογραφήσω τζ̆αι την «Παφίτιζ̆ην Φωνήν», που μου άρεσκεν πολλά.

Το 1993 ηχογράφησα τον Νικόλαν Αντωνίου – Βκιολάρην που την Χλώρακαν. Είπεν μου διάφορα τραούδκια τζ̆αι ιστορίες που την ζωήν του σαν βκιολάρης. Ετραούδησεν μου τζ̆αι μιαν παραλλαγήν της «Παφίτιζ̆ης» που μου άρεσεν πολλά. Είσ̆εν περίτου κλώσματα, τζ̆αι περίτου καμόν που την παραλλαγήν του Καλλίνικου. Για να ξηούμαστιν, μιλώ για τζ̆είνην που ηχογράφησεν. Γιατί έσ̆ει τζ’ άλλες παραλλαγές καταγραμμένες στο βιβλίον του: «Κυπριακή Λαϊκή Μούσα», που ’εν τες ιξέρω.

Ο Νικόλας ονόμασεν μου την απλά, «Ίσ̆ιαν» τζ̆αι μετά που ερωτήσεις είπεν μου:

  • Ναι. Εμείς οι παφίτες, άμαν λαλούμεν «’Ισ̆ιαν» εννοούμεν την «Παφίτιζ̆ην».

Κατά τον λό’ν, με το θέμαν τούτον, που τες διάφορες συνεντεύξεις που έκαμα. Εκατάληξα στο συμπέρασμαν ότι ο καθένας ονομάζει «ίσ̆ιαν» την φωνήν της περιοχής του. Ο Μεσαρίτης την «Μεσαρίτισσαν», ο Παφίτης τη «Παφίτισσαν» κλπ. Άμαν μιλά όμως για την «φωνήν» άλλης περιοχής, ονομάζει την.

Υστερόττερα εδιαπίστωσα ότι ο Νικόλας ετραούδησεν την «Παφίτιζ̆ην» τζ̆αι στο «Πελοποννησιακόν Λαογραφικόν Ίδρυμαν» τζ̆’ υπάρχει στους δίσκους που εκδώσαν. Ήταν πιο νέος τότε τζ̆αι η ερμηνεία του είσ̆εν τζ̆’ άλλα στοιχεία.

Με οδηγόν τες δκυο ηχογραφήσεις, του Πελοποννησιακού τζ̆αι την δικήν μου, επελέτζ̆ησα την κάμποσον τζ̆αιρόν. Εν’ η αλήθκεια, εδυσκόλεψεν με, μα θαρκούμαι στο τέλος εκατάμπηκα της.

Το 2002 ένοιωσα ότι ήμουν έτοιμος να την ηχογραφήσω. Είπουν του Νικόλα να παίξει βκιολίν στην ηχογράφησην μα εβαρυκώλιεν.

  • Πού να βουρώ στη Χώραν τωρά; Λαλεί μου.

  • Να σε φέρω τζ̆αι να σε πάρω εγιώ Νικόλα. Λαλώ του.

  • Βάρ’ τον βκιολάρην σου να παίξει τζ̆’ εν’ καλός.

’Εν τον επίεσα άλλον. Ηχογραφήσαμεν την με την «Μούσαν» τζ̆’ εκυκλοφόρησεν το 2002 στην δισκογραφικήν έκδοσην: «Κυπραία Φωνή – Στ’ αγνάρκα των τζ̆αιρών».

Μιχάλης Ττερλικκάς

19 τ’ Αούστου, 2015

ΑΓΑΠΗΣΑ ΤΗΝ ΠΟΥ ΚΑΡΚΙΑΣ

ΑΓΑΠΗΣΑ ΤΗΝ ΠΟΥ ΚΑΡΚΙΑΣ

Μιχάλης Ττερλικκάς - μουσική παρέα «Μούσα»

Δισκογραφική έκδοση: «Κυπραία Φωνή – Στ’ αγνάρκα των τζ̆αιρών» - 2002

Το τραούδιν «Αγάπησα την που καρκιάς» ανήκει τζ̆αι τούτον στην κατηγορίαν των τραουδκιών που μας ήρταν που την Μικράν Ασίαν, όπως πολλά που τα παραδοσιακά μας τραούδκια. Το σχόλιον που υπάρχει στην τραουδοϊστορίαν του«Κατιφέ»ισχύει τζ̆αι για τούτον.

Το πρώτον μου άκουσμαν ήταν που τον αείμνηστον Θεόδουλον Καλλίνικον, την δεκαετίαν του 60’. Που το 1983 ως το 1990, που εμακαρίστην, επαίζαμεν το με τον αείμνηστον Γεώργιον Αβέρωφ.

Παλιά, το τραούδιν ήταν αργόν. Επειδή όμως ο ρυθμός του εν’ χορευτικός, τζ̆αι επειδή στην εποχήν μας πάμεν συνέχεια παλαριστοί, το τραούδιν τες πιο πολλές φορές παίζεται γλήορον τζ̆αι χορεύκεται.

Επειδή εμέναν αρέσκουν μου πιο πολλά τα τραούδκια τα γιαβάσ̆ικα, γιατί βρίσκω τα πιο γλυτζ̆ιά, το 2002, που ήρτεν η ώρα του να το ηχογραφήσουμεν, επροτίμησα να το τραουδήσω αργὀν.

Αφιερωμένον σε ούλλους, μα πιο πολλά σε τζ̆είνους που τους αρέσκουν τα αργά, τα γλυτζ̆ιά, τα μελένα, όπως τζ̆’ εμέναν…

Μιχάλης Ττερλικκάς

31 του Μάη, 2016 

ΕΛΕΝΗ, ΕΛΕΝΑΡΑ ΜΟΥ

ΕΛΕΝΗ, ΕΛΕΝΑΡΑ ΜΟΥ

Μιχάλης Ττερλικκάς - μουσική παρέα «Μούσα»

Δισκογραφική έκδοση: «Κυπραία Φωνή - Καλώς ήρταν οι ξένοι μας» - 2008

Το τραούδιν τούτον ανήκει στην κατηγορίαν των τραουδκιών που μας ήρταν που την Μικράν Ασίαν, όπως πολλά που τα παραδοσιακά μας τραούδκια. Άκουα το που τον τζ̆αιρόν που ήμουν μιτσής, στο Καπούτιν. Υστερόττερα, την δεκαετίαν του 80΄, έμαθα το καλά που τον αείμνηστον Γεώργιον Αβέρωφ.

Παρόλον που μου άρεσκεν σαν τραούδιν, ’εν το επολλοτραούδουν στες συναυλίες. Υστερόττερα εκατάλαβα ότι ο λό’ς ήταν οι στίχοι του. ’Εν μου εγωνιάζαν. Έτσι έγραψα άλλους, δικούς μου, καθαρά ερωτικούς. Εκράτησα μόνον την πρώτην στροφήν:

Ελένη, Ελενάρα μου

τσ̆αφκίνα παρπουνάρα μου

τζ̆’ αν δεν σε αποκτήσω

αδύνατον να ζήσω.

’Εν του έμελλεν όμως μήτε τζ̆είνου του στίχου να μείνει απείραχτος. Το 2008 ηχογραφήσαμεν το στο στούτιο με τους δικούς μου στίχους. Ετελειώσαμεν το, ακούσαμεν το τζ̆’ έβκηκα έξω να πάρω τον αέραν μου για το επόμενον. Στον προθάλαμον του στούτιο εκάθετουν μια ηχολήπτρια, μουζουρού, η Θεοδώρα. Εσ̆αιρετηθήκαμεν, έβκηκα νάκκον έξω επήρα τον αέραν μου τζ̆’ εξανἀμπηκα γελώντα. Η Θεοδώρα ’εν εκατάλαβεν γιατί εγέλουν. Πόττεν ως τα πόττεν να καταλάβει;! Έμπηκα μέσα στο στούτιο, με το γελούιν μου, τζ̆αι λαλώ του Αντρέα του Γιωργαλλή, του ηχολήπτη μας.

  • Μεν με ξητιμάσεις!

  • Είντα να σε ξητιμάσω; Λαλεί μου.

  • Θέλω να αλλάξουμεν μισόν στίχον που την πρώτην στροφήν της Ελενάρας.

  • Να τον αλλάξουμεν κουμπάρε. Η δουλειά μας ποιά ένι;!

  • Έμπηκα μέσα τζ̆’ εξανατραούδησα την πρώτην στροφήν ως εξής:

Ελένη, Ελενάρα μου

γλυτζ̆ιά μαυροτζ̆ινάρα μου

τζ̆’ αν δεν σε αποκτήσω

αδύνατον να ζήσω.

Εξανάσασεν το ο Αντρέας εξανακούσαμεν το τζ̆αι λαλώ του.

  • Τωρά που ετελειώσαμεν να σου πω γιατί εγέλουν τζ̆αι γιατί άλλαξα τον στίχον. Άμαν έβκηκα έξω τζ̆αι είδα την Θεοδώραν, έτσι γλυτζ̆ιαν, μουζουρούν ήρτεν μου το «γλυτζ̆ια μαυροτζ̆ινάρα μου».

Αφού εγελάσαμεν κάμποσον εφώναξα της Θεοδώρας.

  • Θεοδώρα έλα ν’ ακούσεις έναν τραούδιν, να δούμεν αν θα σ’ αρέσει.

Άκουσεν το, τζ̆αι λαλεί μου.

  • Εν’ καλόν. Αφού άκουα το τζ̆αι πριν, πόξω.

  • Ναι, αλλά η «γλυτζ̆ια μαυροτζ̆ινάρα» τωρά εμπήκεν. Τζ̆αι η γλυτζ̆ια μαυροτζ̆ινάρα, είσαι εσού. Εμπνεύστηκα το την ώραν που σε είδα πριν. Δικαιούσαι να νοιώθεις περήφανη ως η αιτία του στίχου.

Έτσι ετέλειωσεν τζ̆’ η Ελενάρα, η γλυτζ̆ια μαυροτζ̆ινάρα, τζ̆’ εμπήκεν στην δισκογραφικήν έκδοσην: «Κυπραία Φωνή - Καλώς ήρταν οι ξένοι μας».

Μιχάλης Ττερλικκάς

29 του Μάη, 2016 

ΦΩΝΗ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗ

ΦΩΝΗ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗ

Μιχάλης Ττερλικκάς - μουσική Παρέα «Μούσα»

Δισκογραφική έκδοση: «Κυπραία Φωνή - Καλώς ήρταν οι ξένοι μας» - 2008

Το 1990 αγγονίστηκα την έκδοσην που Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος «Κύπρος –Δημοτική Μουσική», μιαν κασεττίναν με 7 δίσκους βυνιλλίου, τζ̆’ άρκεψα τους νεκάτωμαν. Έναν που τα τραούδκια, που μου άρεσεν πολλά, ήταν έναν τραούδιν με τίτλον «Ερωτικά». Εκαταγράψαν το το 1980 στο Νιον Χωρκόν της Πάφου που τον Χαμπήν Θεορή, που την Ίννειαν τζαι την Δρούσιαν, που έπαιζεν τζ̆αι ταμπουτσ̆ιάν. Βκιολίν έπαιζεν ο Χαμπής Λαζάρου.

Με τον Μητροπολίτην Μόρφου, Νεόφυτον, εγνωριστήκαμεν το 1998 που ενθρονίστηκεν στην Ευρύχου, προσωρινήν έδραν της μητρόπολης. Για πολλούς λόγους, ένας που τούτους ήταν η κοινή αγάπη τζ̆αι το ενδιαφέρον για την Δημοτικήν Μουσικήν, εγινήκαμεν κάτι παραπάνω που γνωστοί. Που τότες εσυμπλαζούμαστιν, που τζ̆αι που, στην μητρόπολην τζ̆’ ελαλούσαμεν τα.

Σε μιαν που τες συναντήσεις μας, το 2002, λαλεί μου με ενθουσιασμόν:

  • Ξέρεις ποιόν ανακάλυψα; Τον Χαμπήν Θεορή που τραουδά στους δίσκους του Πελοποννησιακού!

  • Πού; Λαλώ του.

  • Στην Τσακκίστραν.

  • Τζ̆’ είντα γυρεύκει τζ̆ει πάνω;

  • Επαντρεύτηκεν.

Έκαμεν μου τζ̆αι την ιστορίαν είντα λο’ς τζ̆’ ανακάλυψεν τον.

  • Επήα στην Τσακκίστραν να λουτουρκήσω. Λαλεί μου. Σε κάποιαν στιγμήν που έφκηκα στην πόρταν του Ιερού, θωρώ καρτζ̆ιν μου, στο παγκάριν έναν ψηλόν. Έμοιαζεν πολλά με την φωτογραφίαν που έσ̆ει στην έκδοσην. Άμαν επολουτουρκήσαμεν, την ώραν που με εσ̆αιρέταν, λαλώ του:

  • Είσαι ο Χαμπής Θεορή;

Τέλος πάντων, είπαν τα, τζ̆’ ο Χαμπής έκαμεν του τζ̆αι το τραπέζιν.

Ύστερις που λλίον τζ̆αιρόν επήα στην Τσακκίστραν τζ̆’ ήβρα τον Χαπμήν. Έκαμεν μου πολλές ιστορίες της ζωής του. Τον Ιούλην του 2003, εξαναπήα με τα σύνεργα μου. Είπεν μου ιστορίες πολλές τζ̆αι τραούδκια. Για να μου τραουδήσει την συγκεκριμένην «φωνήν» που έξερα που τον δίσκον, εχάραξα του τα λόγια. Άρκεψεν να τραουδά τα λόγια μα πάνω σε άλλην «φωνήν». Την γνωστήν «φωνήν» που τραουδά ο πιο πολλύς κόσμος τα τσ̆ιαττιαστά. Εχάραξα του την άλλην «φωνήν» τζ̆’ αττυμήθηκεν την αμέσως. Δαμαί εν’ ευκαιρία να πούμεν ότι τούτον το περιστατικόν φανερώννει ότι, άμαν ο άνθρωπος ξωμακρίσει που τον τόπον του, το περιβάλλον τζ̆αι τους ανθρώπους ξηχάννει πολλά ’πο τζ̆είνα ούλλα που ήταν μαζίν σφιχτοδημμένα, δίχα να το πάρει χαπάριν. Άμαν τον αρώτησα είνταν που λαλούν τούτην την «φωνήν», είπεν μου ’εν έξερεν.

Άρκεψα, σιγά – σιγά να την τραουδώ στες συναυλίες, δίχα όνομαν. Ήταν ’κόμα αβάφτιστη. Αρώτησα τζ̆’ άλλους παφίτες αμμάν έξερεν κανένας να μου την ονοματίσει. Στο μεταξύ άκουσα την τζ̆αι που έναν ψηφιακόν δίσκον του Χρήστου Σίκκη, με την ονομασίαν: «Φωνή Πόλης Χρυσοχούς - Πάφου», προφανώς γιατί η καταγραφή του Πελοποννησιακού εγίνην στο Νιον Χωρκον της Πάφου, κοντά στην Πόλην.

Εν με ικανοποίαν καμιά που τες δκυο ονομασίες. Έτσι, με αφορμήν τον πρώτον της στίχον: «Έλα να πάμεν μάνα μου τζ̆ει στα βουνά τ’ Ακάμα…», εβάφτισα την «Φωνή τ’ Ακάμα». Υστερόττερα, που αρώτησα τον Νικόλαν τον Βκιολάρην, που την Χλώρακαν, είπεν μου ότι τη λαλούν «Παφιτούαν».

Η φίλη μου η Νικολέττα Δημητρίου στα πλαίσια της έρευνας, που έκαμνεν για το διδακτορικόν της, εκατάγραψεν την, το καλοτζ̆αίριν του 2005, που τον Χαράλαμπον Μαυρέλλην, που την Φύτην, ως «Καταραμένην». Άμαν μου το είπεν αττυμήθηκα ότι τού’ν την ονομασίαν εσυναφέραν την σε έναν γλέντιν που εκαταγράψαμεν το 2004 στην Τάλαν, με την φίλην μου την Λίναν Χριστοδουλίδου στα πλαίσια της δικής της διατριβής.

Το 2006, εδιασταυρώσαμεν με την Νικολέτταν, την ονομασίαν που τον Χαμπήν Θεορή. Στην αρκήν είπεν μας, πάλε, ότι ’εν αττυμάτουν τ’ όνομαν της. Όμως, άμαν του εσυνάφερα την ονομασίαν, «Καταραμένη», δίχα να βαρυκωλιήσει είπεν μας:

  • Ναι! ’Εν έτσι που την ελαλούσαν.

Που τότε ετραούδουν την πιον με την ονομασίαν: «Φωνή Καταραμένη».

Το 2008, είπεν μου ο φίλος μου ο Πανίκκος Χρυσάνθου ότι στην Κυνούσαν της Πάφου, ένας ηλικιωμένος, ο Ματθαίος Παπαχριστοδούλου, ψάλτης τζ̆αι γιος παπά, ετραούδαν μιαν «φωνήν» που έμοιαζεν πολλά με την «Φωνήν τ’ Ακάμα» που ετραούδουν. Επήαμεν τζ̆’ ήβραμεν τον. Ήταν εις τες τσούρες. Επήαν τζ̆’ εφωνάξαν του τζ̆’ ήρτεν. Εσυντύχαμεν νάκκον ετζ̆έρασεν μας τζ̆αι την καθιερωμένην ζιβάναν, εκάμαμεν τζ̆αι τον χωραττάν μας τζ̆’ εμπήκαμεν εις το θέμαν. Ο Πανίκκος έγραφεν με την κάμεραν. Λαλώ του Ματθαίου.

  • Ε, έννα τραουδήσουμεν, μάστρε;

  • Είνταν που θέλεις να σου τραουδήσω;

  • Ό,τι θέλεις. Εσού είσαι ο μάστρος.

  • Να σου πω μιαν «Καταραμένην»; Λαλεί μου.

Αστράψαν τ’ αμμάθκια μου. Ήταν η τέταρτη επιβεβαίωση. Για την ακρίβειαν η τριάμιση, γιατί τζ̆είνη της Τάλας ήταν αόριστη. Τούτη, όμως ήταν κοφτή τζ̆αι ξηκούτσουλλη. Δίχα αρώτημαν. Απόλαυσα την «Καταραμένην», μιας τζ̆’ είχα την, πιον, καταγραμμένην!

Με τον Ματθαίον εβρεθήκαν τζ̆’ άλλες φορές που τότε. Η τελευταία φορά, ήταν τον περασμένον σ̆ειμώναν. Παρόλον που ήταν εις το στρώμαν, τον χωραττάν μας εκάμαμεν τον. Εμακαρίστηκεν τον περασμένον Ιούνην. Αιωνία του η μνήμη.

Τωρά σκοντόν, στες 6 τ’ Αούστου, 2015, ο Νεόφυτος Κωσταντίνου που την Λετύμπου, βκιολάρης τζ̆αι τραουδιστής, σε συνέντευξην με την Νικολέτταν, επιβεβαίωσεν μας τζ̆αι τζ̆είνος την ονομασίαν. Κατά που μας είπεν, έτσι του την ονόμασεν παλιά ο δάσκαλος του στο βκιολίν, ο Πετριδκιώτης. Ο Νεόφυτος ετραούδησεν μας τζ̆αι τον εξής στίχον πάνω στην "Καταραμένην", που τον άκουσεν παλιά.

«Τα κόκκαλα μου να γινούν

καννιά σαν την ανέμην

'εν παραιτώ που λλόου σου

ωρή καταραμένη».

Όσους τζ̆αι ν’ αρώτησα, ’εν εβρέθην κανένας να μου δώκει απάντησην στην ερώτησην: «Γιατί Καταραμένην;»

Ο στίχος τούτος μπορεί να διά μιαν απάντησην. Ότι, δηλαδή, πιθανόν, η "φωνή" να έκπιαεν το όνομαν της που το περιεχόμενον κάποιου στίχου.

Το 2008 ηχογραφήθηκεν με τίτλον «Φωνή Καταραμένη» τζ̆’ υπάρχει στην δισκογραφικήν έκδοσην: «Κυπραία Φωνή - Καλώς ήρταν οι ξένοι μας».

Λαλώ να την πάρω άλλο νάκκον πάρα τζ̆ει τούτην την ιστορίαν. Θαρκούμαι αξίζει τον κόπον τζ̆αι την υπομονήν σας.

Τον Σεπτέβρην του 2008 η ηχογράφηση ήταν έτοιμη. Επήα να δω τον Χαμπήν στην Τσακκίστραν τζ̆’ επήρα του την τζ̆’ άκουσεν την. Παρόλον που ήταν νάκκον άρρωστος εμεράκλωσεν τζ̆’ ετραούδαν μιτά μου. Εξαναπήα τον Νιόβρην που ήταν τελειωμένη η έκδοση τζ’ επήρα του την. Ήταν περίτου άρρωστος, μα εσιανοτραούδησεν νάκκον.

Τες 18 του Δετζ̆έβρη ετηλεφώνησεν μου η Γαλατού, η γεναίκα του τζ̆’ είπεν μου ότι ο χαμπής εβάρησεν. Επήα γύρισ’ ημέρα. Λαλεί μου η Γαλατού:

  • Εντζεν να σε αγρωνίσει. Έσ̆ει που τα ’χτες ’εν αγρωνίζει κανέναν.

  • Επήα δίπλα που την καρκόλαν του, εσύντυχα του, τίποτε! Καμιά αντίδραση. Λαλώ της Γαλατούς.

  • Γαλατού φέρ’ τζείν’ το μηχάνημαν που παίζει CD, τζ̆αι το CD που σας έφερα τελευταία.

  • Εν καταλάβει, γιε μου. Άδικος ο κόπος σου!

  • Φέρ’ το θκεια, σε παρακαλώ.

Έφερεν το. Έβαλα το πάνω στην καρκόλαν τζ̆’ έβαλα την «Καταραμένην» να παίζει. Άρκεψεν να ταράσσει τα σ̆είλη του.

  • Ποιός εν’ τούτος Χαμπή; Λαλεί του η Γαλατού.

  • Εεεεν’ ο Ττεεερλιιικάαας! Ήηηρτεεες Ττεεερλικκάαα μου; Εκαρτέρουν σεεε. Τζ̆’ έπασκεν να τραουδήσει.

Η μουσική εσυνέχισεν να παίζει τζ̆αι ο Χαμπής ησύχασεν. Η Γαλατού έκλεισεν την μουσικήν τζ̆’ είπεν μου.

  • Πάμεν ποτζ̆ει στη τσιμινιάν να τον αήκουμεν να πνάσει.

Επήαμεν, τζ̆’ η Γαλατού εμάσ̆ετουν να σάσει τζ̆εραστικόν. Ακούω τον Χαμπήν να φωνάζει.

  • Ρεεε Ττεεερλικκάαα, μα που επήεεες; Είντα εσταμάτησες;

Επήα τζ̆’ εξανάβαλα του την μουσικήν, έκατσα κοντά του τζ̆’ ησύχασεν. Γύρισ’ ημέρα ετηλεφώνησεν μου η Γαλατού τζ̆’ είπεν μου ότι ο Χαμπής εμακαρίστην.

Που τον εκατεβάζαμεν μέσα στο μνήμαν ετραουδήσαμεν του την «Καταραμένην».

Αιωνία σου η μνήμη, Χαμπή!

Μιχάλης Ττερλικκάς

21 τ’ Αυούστου, 2015

Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΣΗΜΜΕΡΟΝ

Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΣΗΜΜΕΡΟΝ

Μιχάλης Ττερλικκάς

Δισκογραφική έκδοση: «Των Γεννών τζ̆αι της Λαμπρής» - 1998

Την δεκαετίαν του 60΄, που ήμουν μιτσ̆ής, επήαιννα τακτικά στην εκκλησ̆ιάν. Ούλλα τα κοπελλούδκια επηαίνναμεν, τότε.

Άκουα, γιατί τζ̆αι που λαλείτε τους ψάλτες, τζ̆αι πεντέξη τροπάρια τζ̆αι ύμνους έμαθα τα. Υστερόττερα, πά’ στα κοσιέξη μου, έκαμα τζ̆αι Βυζαντινήν Μουσικήν στον αείμνηστον Θ. Καλλίνικον δκυο μισά γρόνια. Εν’ η αλήθκεια, όμως, ’εν εκολλήσαν τζ̆αι πολλά πράματα γιατί έφτασα τζ̆’ εβάρησα πιον στην τραουδκιάν.

Το 1998, που έκαμνα την δισκογραφικήν μου έκδοσην: Των Γεννών τζ̆αι της Λαμπρής, είπα να βάλω τζ̆αι δκυο ύμνους. ’Εν ιμπόρω να πω ότι τους έψαλλα. Εν’ κάτι μεταξύ ψαλμουδκιάς τζ̆αι τραουδκιάς. Όπως τους αττυμούμουν που τον θκειον μου το Τσουρήν τζ̆αι τον Χατζ̆ηάννην, τους ψάλτες του χωρκού μου, τζ̆αι όπως επεζέψανιν μέσα μου με τον τζ̆αιρόν, που όσα άκουα.

Η Παρθένος Σήμμερον, λοιπόν. Μοιράζουμαι το μιτά σας, τα φετινά Γριστούγεννα.

Καλά Γριστούγεννα

Μιχάλης Ττερλικκάς

22 του Δετζ̆έβρη, 2015

ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Μιχάλης Ττερλικκάς – Μουσική Παρέα «Μούσα»

Δισκογραφική έκδοση: «Των Γεννών τζ̆αι της Λαμπρής» - 1998

Την δεκαετίαν του 60΄, που ήμουν μιτσ̆ής, τα μόνα κάλαντα που εξέραμεν ήταν τα Πανελλήνια Κάλαντα τζ̆αι κάποια ευρωπαϊκά. Το Έλατο, Άγια Νύχτα, Τρίγωνα Κάλαντα κλπ. Τζ̆είνα μας εμαθθαίνναν εις στο σκολείον!

Μέσα σε τούτην την κατάστασην, πότε ακριβώς, ’εν αττυμούμαι, άκουσα για πρώτην φοράν τα Κυπριακά Κάλαντα που τον αείμνηστον Θεόδουλον Καλλίνικον που το ράδιον του ΡΙΚ. Φαίνεται ήταν τότε που τα ηχογράφησεν. Μεν φανταστείτε, όμως, ότι επαίζαν τα που τες αρκές του Δετζ̆έβρη, κάθ’ ημέρα. Μιαν φοράν μόνον! Ύστερα που την λουτουρκάν των Γριστουγέννων. Το ίδιον τζ̆αι με τα κάλαντα της Πρωτογρονιάς, τζ̆αι των Φώτων. Ύστερις, ως του γρόνου πιον!...

Γιατί τζ̆αι που λαλείτε, που την πρώτην φοράν που τα άκουσα εμαγεύτηκα. Τζ̆’ ελάλουν που μέσα μου. Μα εν’ πολλά ωραία! Γιατί ’εν μας τα μαθθαίννουν εις στο σκολείον;! Τούτον το «γιατί», επαίδευκεν με πολλύν τζ̆αιρόν, μαζίν με πολλά άλλα. Τον λόγον, θαρκούμαι πως τον ήβρα ύστερις που πολλύν τζ̆αιρόν. Μα έννεν της ώρας να μπούμεν σε τούτην την κουβένταν. Όποιος θέλει, να μάθει είνταν που έχω να πω για τούτον το θέμαν μπορεί να κλουθήσει το νήμαν: http://www.mousalyra.com.cy/dimosieuseiss

Η κατάσταση τούτη εσυνεχίστηκεν γρόνια πολλά. Στα σκολεία τζ̆αι αλλού τα ξενόφερτα κάλαντα που είπαμεν πριν, τζ̆αι μιαν φοράν τον γρόνον τα Κυπριακά Κάλαντα που τον Καλλίνικον που το ράδιον.

Γύρω στο 1980, ο Μάριος Μελετίου ενορχήστρωσεν τα Κυπριακά Κάλαντα των Χριστουγέννων. Ετραουδήσαν γνωστοί κύπριοι τραγουδιστές. Αττυμούμαι τον Πανίκκον Χαραλάμπους τζ̆αι την Κωνσταντίναν. Ήταν ωραία δουλειά. Ακούστηκεν, όμως για μερικά χρόνια τζ̆αι ύστερις εστραφήκαμεν πάλε, περίπου τζ̆ειαμαί που είμαστον πριν.

Το 1990 η φίλη μου η Ελένη Καούλλα έκαμνεν μια παιδικήν εκπομπήν στο «Ράδιο Σούπερ». Εσυζητούσαμεν ταχτικά το θέμαν με τα κάλαντα. Ότι δηλαδή τα μωρά μαθθαίννουν ούλλα τ’ άλλα κάλαντα εκτός που τα κυπριακά. Έτσι, λλίον πριν τα Γριστούγεννα, εζήτησεν μου να ηχογραφήσουμεν τα Κυπριακά Κάλαντα για να τα μεταδώσει στην εκπομπήν της. Εσυνεννοήθηκα με τον φίλον μου τον Ευαγόραν Καραγιώργην τζ̆’ εσυφφώνησεν να με συνοδέψει με το λαούτον. Ετραούδησα του τα, όπως τα αττυμούμουν, ήβρεν τα πάνω στο λαούτον τζ̆’ ηχογραφήσαμεν τα. Έτσι, τα Κυπριακά Κάλαντα, των Χριστουγέννων, της Πρωτογρονιάς τζ̆αι των Φώτων, εμεταδοθήκαν στην εκπομπήν της Ελένης «Παιδιά Φύγαμε» από το «Ράδιο Σούπερ», τες γιορτές του 1990-91.

Γύριση γρόνου, το 1991 ηχογραφήσαμεν τα, πάλε τζ̆αι τα τρία κάλαντα, για την εκπομπήν του ραδιοφώνου του ΡΙΚ «Μουσική και χοροί της Κύπρου». Έπαιξεν βκιολίν ο Κούλλης Φυλακτού τζ̆αι λαούτον ο Νεόφυτος Ρούσος.

Με τούτες, όμως τες μεμονωμένες ηχογραφήσεις τα πράματα, όσον αφορά την διάδοσην τους στον κόσμον, ’εν αλλάξαν σχεδόν τίποτε. Φαίνεται ότι αν μεν γινεί ολοκληρωμένη δουλειά ’εν παρπατά το πράμαν.

Γύρω στα 1996, με κάποιες ιδέες που επήρα που, τον Πέτρον τον Λαζάρου, τον Σύμην τον Σ̆ιουκκιούρογλου τζ̆αι τον Μιχάλην τον Χειμαρρίδην, άρκεψα να νεκουτρεύκω το θέμαν «Κάλαντα» πιο βαθκιά τζ̆’ άρκέψαμεν να κάμνουμεν συναυλίες με κάλαντα που ούλλον το ελληνισμόν. Ήταν τότε που εγεννήθηκεν τζ̆αι η ιδέα για την δισκογράφησην. Έτσι παρόλον που άρκεψα να σκεδιάζω την έκδοσην μιας μιάλης σειράς με κυπριακά παραδοσιακά τραούδκια, επαραμέρκασα την τζ̆’ έβαλα ομπρός την δουλειάν για τον πρώτον μου ψηφιακό δίσκον, «Των Γεννών τζ̆αι της Λαμπρής», με κάλαντα τζ̆αι θρησκευτικά τραούδκια.

Με τες συναυλίες τζ̆αι τες παρουσιάσεις που εκάμαμεν, τα κάλαντα ήταν πιον έτοιμα να βκουν στο μεϊτάνιν, δοτζ̆ιμασμένα. Ηχογραφήσαμεν τα τζ̆’ εκυκλοφορήσαν το 1998.

Επαιχτήκαν, τζ̆αι παίζουνται πολλά που τα ράδια, κάθε γρόνον. Τζ̆’ εν’ η αλήθκεια, σ̆αίρουμαι πολλά που τα ακούω πλέον παντού. Τζ̆αι που μωρά τζ̆αι που μιάλους. Που ορχήστρες, που χορωδίες, κόμα τζ̆αι που μπάντες.

Καλές Γιορτές

Μιχάλης Ττερλικκάς

22 του Δετζ̆έβρη, 2015

Ν’ ΑΝΑΣΤΕΝΑΞΩ

Ν’ ΑΝΑΣΤΕΝΑΞΩ

Μιχάλης Ττερλικκάς - μουσική παρέα «Μούσα»

Δισκογραφική έκδοση: «Κυπραία Φωνή - Καλώς ήρταν οι ξένοι μας» - 2008

Πάντα είχα την άποψιν ότι για να τραουδήσεις έναν παραδοσιακόν τραούδιν πρέπει να έσ̆εις ακουστικήν πηγήν σε κάποιαν μορφήν τζ̆αι να κτίσεις πάνω του. Το τραούδιν «Ν’ αναστενάξω» εν’ το μόνον για το οποίον έκαμα εξαίρεσην.

Είχα το υπόψιν μου που την συλλογήν του Κλεόβουλου Αρτεμίδη. Τίποτε παραπάνω.

Το 2005, στα πλαίσια του προγράμματος «Θράκη – Αιγαίο – Κύπρος» επρόκειτουν να παρουσιάσουμεν την ενότηταν «Ο Έρωτας Μέσα από το Δημοτικό Τραγούδι». Εθέλαμεν νά’ βρουμεν τραούδκια που να μεν ήταν πολλά γνωστά. Η κυρία Μάρω Σκορδή, που εβοήθαν στο πρόγραμμαν, επρότεινεν μου το τραγούδιν τούτον, που ὀπως είπα πριν, υπάρχει σε παρτιτούραν στη συλλογήν «20 Κυπριακά Τραγούδια», του Κλεόβουλου Αρτεμίδη.

Στην αρκήν είπα «όι», αφού ’εν είχα ακουστικήν πηγήν. Τελικά εσυφφωνήσαμεν να μου το παίξει στο πιάνον που την παρτιτούραν, τζ̆’ αν με σ̆σ̆ιττίσει, να δοτζ̆ιμάσω να το τραουδήσω, όπως μου βκει. Ετραούδησα το, τζ̆’ άρεσεν μας.

Στην έκδοσην του Κ. Αρτεμίδη υπάρχει μόνον η πρώτη στροφή. Για να γινεί ολόκληρον τραούδιν, έγραψα αλλο τρείς στροφές που αρκεύκουν με το «Ν’ αναστενάξω...», όπως την πρώτην,. Ύστερα εβρεθήκαμεν με τους μουσικούς, τον Παναγιώτην Νικολαΐδην, τον Κώσταν Καρπασίτην τζ̆αι τον Νίκον Σουρουλλάν, εκάμαν τζ̆αι τζ̆είνοι τους δικούς τους αυτοσχεδιασμούς τζ̆’ εστήσαμεν το.

Επαρουσιάσαμεν το στα πλαίσια του προγράμματος «Θράκη – Αιγαίο – Κύπρος», Τον Σεπτέμβρην του 2005 στην Κάσον τζ̆αι τον Νιόβρην του ίδιου γρόνου στο Ριάλτο στην Λεμεσόν.

Το 2008 ηχογραφήσαμεν το στο στούτιο τζ̆’ εμπήκεν στην δισκογραφικήν έκδοσην: «Κυπραία Φωνή - Καλώς ήρταν οι ξένοι μας».

Μιχάλης Ττερλικκάς

15 του Μάη, 2016

Ο ΑΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ

Ο ΑΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ

Μιχάλης Ττερλικκάς – Μουσική Παρέα «Μούσα»

Δισκογραφική έκδοση: «Των Γεννών τζ̆αι της Λαμπρής» - 1998

Το 1992 εγνώρισα τον ποιητήν Χαράλαμπον Δημοσθένους που την Κοντέαν. Ετσ̆ιαττίσαν τα σκουφκιά μας σε πολλά, τζ̆αι παρόλον που ήταν συνότζ̆αιρος του μακαρίτη του τζ̆υρού μου εφιλέψαμεν τζ̆’ επήαιννα ταχτικά τζ̆’ έβρισκα τον στα Μαντριά της Πάφου, που εμείνισκεν τότε, ύστερις που την προσφυγιάν.

Σε μιαν που τες συναντήσεις μας έπαιξεν με το πυθκιαύλιν τζ̆’ ετραούδησεν μου έναν μελωδικόν σκοπόν που με εντυπωσίασεν που την πρώτην. Ήταν «Ο Άης Βασίλης». Η μελωδία αττύμιζεν μου κάτι που άκουα που μιτσ̆ής αλλά ’εν εμπόρηα να το ξεκαθαρίσω. Υστερόττερα εξηκαθάρισα ότι επρόκειτουν για την Αροδαφνούσαν.

Όπως μου είπεν ο Χαράλαμπος, τον Άην Βασίλην άκουεν τον που μιτσής που την Φιλιππίναν. Μιαν κοτζ̆ιάκαρην που την Αθηαίνου που έρκετουν εις το χωρκόν του τζ̆’ εδκιακόναν. Το όνομαν της ήταν Ελένη. Αλλά επειδή άντρας της ήταν ο Φίλιππος, ελαλούσαν την Φιλιππίναν. Έτσι εσυνηθίζετουν τότες. Ο Χαράλαμπος εγεννήθηκεν το 1917. Οπότε, έννα το άκουεν γύρω στα 1930.

Το 1998 ηχογραφήσαμεν το για τη δισκογραφικήν έκδοσην «Των Γεννών τζ̆αι της Λαμπρής» που εκυκλοφόρησεν τον ίδιον γρόνον. Το εξώφυλλον ήταν έναν χαρακτικόν του φίλου μου του Χαμπή που το έκαμεν ειδικά για την έκδοσην.

Έγραψεν τότε ο Χαμπής σε σημείωμαν του για την έκδοσην:

Άμαν μου ζήτησεν ο φίλος μου ο Ττερλικκάς να κάμω έναν χαρακτικό για το ’ξώφυλλον του δίσκου, είπα του «νναι» αμέσως τζ̆αι με μιάλην ευκαρίστησην. Εζήτησα τζ̆ι’ έδωκεν μου ούλλους τους στίχους των τραουθκιών, εθκιάβασά τους τζ̆αι εσυγκίνησέν με πολλά ο «Άης Βασίλης» που τον είδα πολλά κυπριακόν. Εδούλεψα πάνω του, ήβρα την σύνθεση της εικόνας, αλλά έννοιωσα την ανάγκη να μάθω τζ̆αι για τες ρίζες τούτου του τραουθκιού. Ετηλεφώνησα του ακριβού μου φίλου – συγγενή Χαράλαμπου Δημοσθένους, που έξερα ότι το τραούδησεν του Ττερλικκά, τζ̆ι’ ερώτησά τον να μου πει.

Είπεν μου καμπόσα, εσκέφτηκα να χαράξω ’πο τούτα γυρόν της εικόνας τζ’ εσυφφώνησεν τζι’ ο Χαράλαμπος. Ύστερα που λλίες ώρες όμως, έπκιαν με πίσω τζι’ απάγγειλέν μου τους στίχους, που τελικά ηύραν την θέσην τους σαν πλαίσιον της εικόνας.

Η Φιλιππίνα είπεν το εις τον Χαράλαμπο μας.

Χαράλαμπος στον Ττερλικκάν, πρώτον τζ̆αι θκιαλεχτόν μας.

Ο Ττερλικκάς τραούδησεν με ομορκιάν, με χάρην

την πουλουστρέναν εύκουμαι, με πόλικον λουβάριν.

Ήταν, νομίζω, μια φυσική κίνηση νιου γνήσιου ποιητή που βασανίζει το κάθε τι για νά ’βρει το καλλύττερον, τζ̆αι για να τιμήση τον φίλον μας τον Ττερλικκάν.

Εις μνήμην του Χαράλαμπου Δημοσθένους

Μιχάλης Ττερλικκάς

1 του Γεννάρη, 2016

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Μιχάλης Ττερλικκάς

Δισκογραφική έκδοση: «Των Γεννών τζ̆αι της Λαμπρής» - 1998

Θρησκευτικά τραούδκια τζ̆αι κάλαντα:

Τα θρησκευτικά τραούδκια της Κύπρου έχουσιν δκυο σημαντικές διαφορές που τα κάλαντα.

  • Τα κάλαντα τραουδκιούνται που πόρταν σε πόρταν, ενώ τα θρησκευτικά τραούδκια, μέσα, για πόξω που την εκκλησ̆ιάν.

  • Στα κάλαντα διούμεν φιλοδώρημαν (γεννήματα, γλυκά, αυκά, τυρκά, βλαούνες ή λεφτά), ενώ στα θρησκευτικά τραούδκια, όι.

Για την περίοδον της Λαμπρής, λοιπόν, το τραούδιν το Λαζάρου τζ̆αι το τραούδιν της Ανάστασης εν’ κάλαντα, ενώ ο θρήνος, ή το νεκάλημαν της Παναγίας τζ̆αι το τραγούδιν τ’ Αη Γιώρκη, θρησκευτικά τραούδκια.

Ο θρήνος της Παναγίας:

Ο Θρήνος της Παναγίας ετραουδκιέτουν τζ̆αι τραουδκιέται ’κόμα, σε κάποια χωρκά, την Μιάλην Παρασκευήν. Πότε την ώραν που προσκυνά ο κόσμος τον επιτάφιον, μέσα στην εκκλησ̆ιαν, τζ̆αι πότε ύστερα που την περιφοράν του επιταφίου, στην αυλήν, ανάλογα με τον τζ̆αιρόν.Ετραουδούσαν τον μέσα που χειρόγραφα τετράδια δκυο-τρία άτομα με την σειράν, με θρηνώδες ύφος τζ̆’ ο κόσμος εκλαμουρίζετουν. Ένοιωθεν τον πόνον της μάνας του Γριστού, μα τζ̆αι τον πόνον της μάνας.

Κατά κανόναν ετραουδούσαν τον άντρες και σχεδόν πάντα οι ίδιοι. Τα τελευταία γρόνια τραουδούν τον τζ̆αι γεναίτζ̆ες.

Ο θρήνος της Παναγίας έσ̆εις πολλές παραλλαγές, στην Κύπρον, κυρίως στην μελωδίαν. Οι στίχοι εν’ περίπου οι ίδιοι. Σε τούτην την παραλλαγήν είχα τες πιο κάτω πηγές:

  • Παλιόν χεορόγραφον που το χωρκόν μου, το Καπούτιν (στίχοι).

  • Αντρέας Μαππούρας, Ελένη Μαππούρα – Αραδίππου (μελωδία).

Μιχάλης Ττερλικκάς

25 του Απρίλλη, 2016

Ο ΚΑΤΙΦΕΣ

Ο ΚΑΤΙΦΕΣ

Μιχάλης Ττερλικκάς - μουσική παρέα «Μούσα»

Δισκογραφική έκδοση: «Κυπραία Φωνή – Στ’ αγνάρκα των τζ̆αιρών» - 2002

Ο Κατιφές ανήκει στην κατηγορίαν των τραουδκιών που μας ήρταν που την Μικράν Ασίαν, όπως πολλά που τα παραδοσιακά μας τραούδκια. Υπάρχει τζ̆αι στα τούρτζ̆ικα με τίτλον «Katifeden Kesesi» ή «Katife». Επίσης υπάρχει τζ̆αι στα ελληνικά με τίτλον «Κατιφές» ή «Καδίφης». Ετραουδούσαν το, επίσης, τζ̆αι τραουδούν το τζ̆αι οι Τουρκοκύπριοι.

Κατά τον λό’ν, εν’ ευκαιρία να πω την γνώμην μου για τούτα τα τραούδκια που έχουν προέλευσην την Μικράν Ασίαν ή άλλες περιοχές του ελληνισμού, τζ̆αι για τον τρόπον που πρέπει να τα αντιμετωπίζουμεν, εμείς οι σημμερινοί, κατά τον νουν μου τον φτωχόν.

Τον 19ον τζ̆αι στες αρκές του 2ου αιώνα, η Μικρά Ασία, κυρίως τα παράλια ήταν μια πολυπολιτισμική περιοχή. Τούρτζ̆οι, Έλληνες, Εβραίοι, Αρμένηες, Ευρωπαίοι, ούλλοι σμιχτοί. Τούτον το σμίξιμον εγιούταν πολλά την μουσικήν δημιουργίαν τζ̆’ έδωκεν πολλά τζ̆αι καλά τραούδκια τα οποία εταξιδεύκαν τζ̆αι στες γύρω περιοχές. Στην Κύπρον έρκουναν συνήθως με τες πολλές μουσικές κομπανίες που έρκουνταν τζ̆’ επαίζαν, κυρίως στες αστικές περιοχές. Που τες μουσικές κομπανίες επερνούσαν στους κυπραίους μουσικούς που επιδιώκαν να τα μαθθαίννουν για να εμπλουτίζουν το ρεπερτόριον τους, τζ̆’ έτσι να έχουν πιο πολλήν πέρασην στο παζάριν. Τους γάμους τα παναΰρκα κλπ. Δαμαί εν’ το σημείον που θέλω να θίξω. Οι κυπραίοι μουσικοί για τον έναν ή για τον άλλον λόγον ’εν αντιγράφαν πιστά τα τραούδκια, στο ύφος τζ̆αι στο χρώμαν, αλλά επροσαρμόζαν τα στο δικά τους τα μέτρα τζ̆αι στα ακούσματα του κόσμου. Πολλές φορές αλλάσσαν τους στίχους, κόμα τζ̆αι την διάθεσην των τραουδκιών. Για παράδειγμαν έναν τραούδιν καθαρά ερωτικόν τζ̆αι τρυφερόν εμπόρηεν να γινεί χιουμοριστικόν, τζ̆αι με την αλλαγήν των στίχων τζ̆αι με τον τρόπον ερμηνείας. Έτσι σιγά – σιγά τα τραούδκια τούτα αποκτήσαν κυπριακήν ταυτότηταν.

Σήμμερα παρατηρείται το φαινόμενον, αρκετοί κυπραίοι που ασχολούνται με την παραδοσιακήν μουσικήν της Κύπρου να προσπαθούν να ερμηνεύκουν κάποια ’πο τούτα τα τραούδκια με το αρχικόν τους ύφος. Μπορεί να πιστεύκουν ότι έτσι κάμνουν τα καλλύττερα. Με το συμπάθκιον, έχω την γνώμην ότι τούτον ’εν ἐσ̆ει καμιάν γρείαν. Στην παλιάν τους μορφήν υπάρχουν στον χώρον που εγινήκαν τζ̆αι τραουδούν τα άλλοι, καλλύττερα που μας. Αφού τα τραούδκια τούτα, καλώς ή κακώς, καλώς κατ’ εμέναν, αφομοιωθήκαν με τον τζ̆αιρόν τζ̆’ εγινήκαν έναν σώμαν με την υπόλοιπην παραδοσιακήν μας μουσικήν, τζ̆είνον που ἐσ̆ει σημασίαν εν’ η νέα τους ταυτότητα, η τοπική, τζ̆αι όι η πρώτη τους ταυτότητα.

Τον «Κατιφέν» άκουσα τον τζ̆αι έμαθα τον που τον αείμνηστον Πκιερήν Πκερέττην, τον οποίον είχα πρότυπον για την δικήν μου ερμηνείαν

Μιχάλης Ττερλικκάς

29 του Μάη, 2016 

Ο ΠΕΤΡΑΚΚΟΥΡΟΣ

Ο ΠΕΤΡΑΚΚΟΥΡΟΣ

Μιχάλης Ττερλικκάς – Μουσική Παρέα «Μούσα»

Δισκογραφική έκδοση: «Κυπραία Φωνή – Στ’ αγνάρκα των τζ̆αιρών» - 2002

Τον «Πετράκκουρον» άκουσα τον για πρώτην φοράν, νομίζω το 1996. Ετραουδούσαμεν στον κατακλυσμόν της Πάφου. Ένας βκιολάρης, που έπαιζεν με έναν χορευτικόν συγκρότημαν, ήταν πίσω που την σκηνήν τζ̆’ έπαιζεν σιγανά τζ̆΄ ετραούδαν έναν τραούδιν που μου άρεσεν. Εν’ η αλήθκεια, ’εν το ’βελόνιασα. Έμεινεν μου μόνον το όνομαν «Πετράκκουρος» τζ̆αι η φράση «ούχχου τζ̆’ ούχχου μάνα μου», γιατί άμαν άκουσα νάκκον ήρτεν η ώρα μας να βκούμεν στην σκηνήν. ’Εν επρόκαμα να τον αρωτήσω για το τραούδιν. Όπως έμαθα ύστερα, ο βκιολάρης ήταν ο Νεόφυτος Κωνσαταντίνου που την Λετύμπου.

Ύστερις που κανέναν γρόνον, πάλε τυχαία, όπως άκουα μιαν ηχογράφησην του ΡΙΚ με τον Θεόδουλον Καλλίνικον, εντόπισα τον «Πετράκκουρον». Άρεσεν μου πολλά. Άμαν τζ̆’ έμαθα το καλά, στην επόμενην πρόβαν που είχαμεν με τους μουσικούς, ετραούδησα τους το, εμάθαν το τζ̆αι τζ̆είνοι, τζ̆’ αρκέψαμεν να το παίζουμεν στες συναυλίες μας.

Το 2002 ηχογραφήσαμεν το στο στούτιο τζ̆’ εμπήκεν στην δισκογραφικήν έκδοσην: «Κυπραία Φωνή – Στ’ αγνάρκα των τζ̆αιρών».

Το συγκεκριμένο βίντεο εν’ που έναν πρόγραμμαν του ΡΙΚ, του 1998 σε συνεργασίαν με το χορευτικόν συγκρότημαν «Οι Αδούλωτοι Σ̆ιακαλλή». Η οπτικογράφηση εγίνηκεν στο κένρον «Η Γειτονιά των Ασμάτων», στην Αγλαντζ̆ιάν.

Μιχάλης Ττερλικκάς

7 του Μάη, 2016

ΤΟ ΤΡΑΟΥΔΙΝ Τ’ ΑΗ ΓΙΩΡΚΟΥ

ΤΟ ΤΡΑΟΥΔΙΝ Τ’ ΑΗ ΓΙΩΡΚΟΥ

Μιχάλης Ττερλικκάς

Δισκογραφική έκδοση: «Των Γεννών τζ̆αι της Λαμπρής» - 1998

Θρησκευτικά τραούδκια τζ̆αι κάλαντα:

Τα θρησκευτικά τραούδκια της Κύπρου έχουσιν δκυο σημαντικές διαφορές που τα κάλαντα.

  • Τα κάλαντα τραουδκιούνται που πόρταν σε πόρταν, ενώ τα θρησκευτικά τραούδκια, μέσα, για πόξω που την εκκλησ̆ιάν.

  • Στα κάλαντα διούμεν φιλοδώρημαν (γεννήματα, γλυκά, αυκά, τυρκά, βλαούνες ή λεφτά), ενώ στα θρησκευτικά τραούδκια, όι.

Για την περίοδον της Λαμπρής, λοιπόν, το τραούδιν το Λαζάρου τζ̆αι το τραούδιν της Ανάστασης εν’ κάλαντα, ενώ ο θρήνος, ή το νεκάλημαν της Παναγίας τζ̆αι το τραγούδιν τ’ Άη Γιωρκού, θρησκευτικά τραούδκια.

Το τραγούδιν τ’ Άη Γιωρκού:

Τον Άην Γιώρκην τον τροπαιοφόρον γιορτάζουμεν τον στες 23 τ’ Απρίλλη. Άμαν η γιορτή ππέφτει πριν που το Πάσκαν της Λαμπρής, η γιορτή μεταφέρεται την Δευτέραν της Λαμπρής, γι’ αυτόν ονομάζεται τζ̆αι Λαμπροφόρος.

Η πιο γνωστή παραλλαγή του τραουδκιού τ’ Άη Γιωρκού εν’ τζ̆είνη που αναφέρεται στον Άην Γιώρκην που σκοτώννει τον δράκον (Δευτέρα ήτουν της καθαρής που κάμνουν την νομάδαν…).

Στο χωρκόν μου το Καπούτιν του Μόρφου τζ̆αι σε κάποια γειτονικά χωρκά ετραουδούσαμεν έναν άλλον τραούδιν τ’ Άη Γιωρκού. Λαλώ τραούδιν τζ̆αι όι παραλλαγήν γιατί η μελωδία τζ̆αι οι στίχοι εν’ έχουν καμιάν σχέσην με το γνωστόν τραούδιν με τον δράκον, αλλά ιστορούν το μαρτύριον του Άη Γιώρκη.

Το τραγούδιν εδημοσιεύτηκεν για πρώτην φοράν που τον μακαρίτην τον αρφόν μου Γεώργιο Τερλικκά στην επετηρίδαν του Γυμνασίου Μόρφου του σχολικού έτους 1962-63.

Όπως αναφέρει στο σχόλιον, «οι μαρτυρίες γερόντων συγχωριανών μας φτάνουν μέχρι κάποιον πατέρα Ιάκωβο που έζησε γύρω στο 1800 αλλά δεν γνωρίζουν αν ήτο δική του σύνθεση ή αν το αντέγραψε από παλαιότερους. Το τραγουδούσαν στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου μετά την περιφορά της εικόνας, όταν ο κόσμο άρχιζε να προσκυνά, συνήθως στην είσοδο της εκκλησίας».

Το τραούδιν εδιασώθηκεν, τζ̆αι υπάρχει ακόμα, με την γραπτήν παράδοσην. Ήταν γραμμένον σε τετράδια τζ̆αι οι νεόττεροι αντιγράφαν το που τους παλιούς σε δικά τους τετράδια.

Στην Γιορτήν, λοιπόν, του Άη Γιώρκη, ύστερις που την λιτήν, εστήνναν την εικόναν του αγίου στην ειδικήν κτιστήν θέσην, δεξιά που την δυτικήν πόρταν της εκκλησ̆ιάς τζ̆’ ερέσσαν ένας – ένας οι χωρκανοί τζ̆’ επροσκυνούσαν. Την ώραν τζ̆είνην, τρεις, τέσσερεις αδρώποι, (σχεδόν πάντα οι ίδιοι) εστέκαν κάπου ψηλά, ο καθένας με το τετράδιον του τζ̆’ ετραουδούσαν το τραούδιν του Άη Γιωρκού με την σειράν. Ετραούδαν λλίον ο ένας, εσταμάταν τζ̆’ εσυνέχιζεν άλλος πάρακάτω.

Ο Κόσμος ούλλος επαρακολούθαν με απόλυτην προσήλωσην. Τα φριχτά βασανιστήρια που περιγράφει το τραούδιν τζ̆αι το θρηνώδες ύφος των τραουδιστών εκάμναν τον κόσμον τζ̆’ εκλαμουρίζετουν.

Η πρώτη δημοσίευση του τραουδκιού αποτελείται από 196 δεκαπεντασύλλαβους στίχους.

Το 1991 έκαμα μιαν αποσπασματικήν περίληψιν, επεριόρισα το στους 50 στίχους, για να προσαρμοστεί στες απαιτήσεις της δισκογραφίας τζ̆’ ηχογράφησα το με συνοδείαν βκιολιού τζ̆αι λαούτου. Εκυκλοφόρησεν στον πρώτον μου δίσκον βινυλίου με τίτλον: «Κυπραία Φωνή».

Υστερόττερα, που εγίνηκα πιο σοφός, όπως γινούμαστιν ούλλοι μας ώσπου περνούν τα γρόνια, εκατάλαβα ότι έκαμα λάθος που το ηχογράφησα με όργανα. Έτσι ηχογράφησα το ξανά το 1998, ακαπέλλα, τζ̆’ εκυκλοφόρησεν στην δισκογραφικήν έκδοσην: «Των Γεννών τζ̆αι της Λαμπρής».

Μιχάλης Ττερλικκάς

28 του Απρίλλη, 2016

ΤΟ ΤΡΑΟΥΔΙΝ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

ΤΟ ΤΡΑΟΥΔΙΝ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Μιχάλης Ττερλικκάς – Μουσική παρέα «Μούσα»

Δισκογραφική έκδοση: «Των Γεννών τζ̆αι της Λαμπρής» - 1998

Θρησκευτικά τραούδκια τζ̆αι κάλαντα:

Τα θρησκευτικά τραούδκια της Κύπρου έχουσιν δκυο σημαντικές διαφορές που τα κάλαντα.

  • Τα κάλαντα τραουδκιούνται που πόρταν σε πόρταν, ενώ τα θρησκευτικά τραούδκια, μέσα, για πόξω που την εκκλησ̆ιάν.

  • Στα κάλαντα διούμεν φιλοδώρημαν (γεννήματα, γλυκά, αυκά, τυρκά, βλαούνες ή λεφτά), ενώ στα θρησκευτικά τραούδκια, όι.

Για την περίοδον της Λαμπρής, λοιπόν, το τραούδιν το Λαζάρου τζ̆αι το τραούδιν της Ανάστασης εν’ κάλαντα, ενώ ο Θρήνος, ή το νεκάλημαν της Παναγίας τζ̆αι το τραγούδιν τ’ Αη Γιώρκη, θρησκευτικά τραούδκια.

ΤΟ ΤΡΑΟΥΔΙΝ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ:

Το τραγούδιν της Ανάστασης ετραουδκιέτουν το Άγιον Σάββατον. Λλίες ώρες πριν το Καλόν Λόν, ανάλογα με το πόσον μιάλον ήταν το χωρκόν, μια παρέα, νεαροί ή πιο μιάλοι εγυρίζαν με μιαν κοφίναν, που πόρταν σε πόρταν τζ̆’ ετραουδούσαν το τραούδιν. Στην ουσίαν, ήταν το κάλεσμαν για να πάει ο κόσμος στον Καλόν Λο’ν.

Άμαν ετέλειωννεν το τραούδιν , οι νοικοτζ̆υρές εβάλλαν τους μέσ’ στο καλάθιν κότσ̆ινα αυκά, αυκοτές, κουλλούρκα, βλαούνες κλπ. Ύστερα που τον καλόν Λον εσυνάουνταν γυρών που την λαμπρατζ̆ιάν τζ̆’ εδιασκεδάζαν με ό,τι είσ̆εν μέσα η κοφίνα.

Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές, στον στίχον τζ̆αι την μελωδίαν. Σε τούτην την ηχογράφησην εσμίξαμεν δκυο παραλλαγές, πολλά διαφορετικές, όσον αφορά την μελωδίαν. Η μια εν’ βυζαντινή τζ̆’ η άλλη λαϊκή με βάση τες πιο κάτω πηγές:

Ηλίας Γεωργίου – Αλάμπρα (Στίχοι)

Θεόδουλος Καλλίνικος (Μελωδία Α)

Θεοδώρα Κυριάκου – Πολιτικό (Μελωδία Β)

Μιχάλης Ττερλικκάς

24 του Απρίλλη, 2016

ΤΟ ΤΡΑΟΥΔΙΝ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

ΤΟ ΤΡΑΟΥΔΙΝ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Μιχάλης Ττερλικκάς – Μουσική παρέα «Μούσα»

Δισκογραφική έκδοση: «Των Γεννών τζ̆αι της Λαμπρής» - 1998

Θρησκευτικά τραούδκια τζ̆αι κάλαντα:

Τα θρησκευτικά τραούδκια της Κύπρου έχουσιν δκυο σημαντικές διαφορές που τα κάλαντα.

  • Τα κάλαντα τραουδκιούνται που πόρταν σε πόρταν, ενώ τα θρησκευτικά τραούδκια, μέσα, για πόξω που την εκκλησ̆ιάν.

  • Στα κάλαντα διούμεν φιλοδώρημαν (γεννήματα, γλυκά, αυκά, τυρκά, βλαούνες ή λεφτά), ενώ στα θρησκευτικά τραούδκια, όι.

Για την περίοδον της Λαμπρής, λοιπόν, το τραούδιν το Λαζάρου τζ̆αι το τραούδιν της Ανάστασης εν’ κάλαντα, ενώ ο Θρήνος, ή το νεκάλημαν της Παναγίας τζ̆αι το τραγούδιν τ’ Αη Γιώρκη, θρησκευτικά τραούδκια.

ΤΟ ΤΡΑΟΥΔΙΝ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ:

Το τραγούδιν του Λαζάρου ετραουδκιέτουν το Σάββατον του Λαζάρου που πόρταν σε πόρταν. Οι μιτσ̆οι εκραούσαν βάγια, τζ̆’ έναν καλάθιν. Πολλές φορές ο μάστρος ήταν ένας μιάλος, συνήθως ψάλτης, για παπάς. Κάποιες φορές εγίνετουν τζ̆αι αναπαράσταση της ανάστασης του Λαζάρου. Ένας μιτσ̆ης εφόρεν στον λαιμόν ρεμμένα σε μιαν κλωστήν, σιμηλλούδκια (άγριες, κίτρινες μαργαρίτες). Άπλωννεν χαμαί τζ̆’ έκαμνεν τον πεθαμμένον Λάζαρον. Την ώραν που ελάλεν το τραούδιν «Λάζαρε, δεύρο έξελθε» εσηκώννετουν πάνω τζ̆’ «αναστήννετουν».

Άμαν ετέλειωννεν το τραούδιν , οι νοικοτζ̆υρές εβάλλαν τους μέσ’ στο καλάθιν αυκά για τυρίν για να κάμουν τες βλαούνες τους.

Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές, στον στίχον τζ̆αι την μελωδίαν. Σε τούτην την ηχογράφησην έβαλα στην αρκήν την παιδικήν εκδοχήν του τραουδκιού. Για το υπόλοιπον τραούδιν, εβασίστηκα σα μιαν παραλλαγήν που εν’ πολλά κοντά στην βυζαντινήν μουσικήν.

Πηγές:

  • Αναμνήσεις που το χωρκόν μου, το Καπούτιν.

  • Θεόδουλος Καλλίνικος τζ̆αι Αντρέας Μαππούρας.

Μιχάλης Ττερλικκάς

23 του Απρίλλη, 2016

ΤΟΝ ΝΥΜΦΩΝΑ ΣΟΥ ΒΛΕΠΩ

ΤΟΝ ΝΥΜΦΩΝΑ ΣΟΥ ΒΛΕΠΩ

Μιχάλης Ττερλικκάς

Δισκογραφική έκδοση: «Των Γεννών τζ̆αι της Λαμπρής» - 1998

Η δεκατία του 60΄, παρόλον που εν’ το έναν δέκατον της ζωής μου, θαρκούμαι εν’ το πιο μιάλον κομμάτιν του εαυτού μου.

Η σχἐση μου με την ψαλμουδκιάν πάει πίσω. Στην δεκαετίαν του 60΄. Τότε που ούλλοι μας επηαίνναμεν στην εκκλησ̆ιαν. Οι μέρες της Μιάλης Εβτομάας ήταν μια πραγματική κατάννυξη, τρόπος ζωής.

Τότε ήταν που έμαθα πεντέξη ύμνους, όπως τους άκουα που τους ψάλτες του χωρκού μου.

Τούτοι οι ύμνοι, εμείναν μου. Πολλοί λαλούν ότι τραουδώ τους ύμνους, τζ̆αι έχουν δίτζ̆ιον.

Με τούτον το ύφος, τον τρόπον, δηλαδή που «ψάλλει» ένας απλός άνθρωπος, πόν έσ̆ει σχέσην με την ψαλμουδκιάν, μα που τον ευλόησεν ο Θεός με καλήν φωνήν, ετραούδησα δκυο ύμνους στην δισκογραφικήν μου έκδοσην: «Των Γεννών τζ̆αι της Λαμπρής», το 1998.

Θαρκούμαι, ήταν μια ανάγκη της ψυσ̆ης μου, που έθελεν να με πάρει πίσω…

Μιχάλης Ττερλικκάς

24 του Απρίλλη, 2016

ΦΩΝΗ ΚΑΡΠΑΣΙΤΙΣΣΑ

ΦΩΝΗ ΚΑΡΠΑΣΙΤΙΣΣΑ
Μιχάλης Ττερλικκάς – Παναγιώτης Νικολαΐδης (λαούτο)
Δισκογραφική έκδοση: «Κυπραία Φωνή – Στ’ αγνάρκα των τζ̆αιρών» - 2002

Την Καρπασίτισσαν άκουσα την γύρω στα 1983, που τον αείμνηστον Χριστόδουλον Πίπην. Έπαιζεν, τότε, λαούτον τζ̆’ ετραούδαν με τον αείμνηστον Γεώργιον Αβέρωφ (βκιολίν) στο χορευτικόν συγκρότημαν του άλλου αείμνηστου, Μίκη Σ̆ιακαλλή. Ήταν που τζ̆ειαμαί που εξεκίνησα την ουσιαστικήν μου πορείαν στην παραδοσιακήν μουσικήν της Κύπρου.

Υστερόττερα ενεκάτωσα τζ̆’ ηύρα τζ̆αι την ηχογράφησην του αείμνηστου Θεόδουλου Καλλίνικου. Με τούτες τες δκυο ερμηνείες να κυκλοφορούν μέσα μου άρκεψα τζ̆’ εγιώ να την τραουδώ. Τες πιο πολλές φορές ετραούδουν την ακαπέλλα, δηλαδή, δίχα την συνοδείαν οργάνων. Ήταν που τα πρώτα τραούδκια που εμπήκαν στο ρεπερτόριον μου, άμαν άρκεψα να κάμνω τες πρώτες μου συναυλίες, κατά το 1987. Για πολλύν τζ̆αιρόν, μάλιστα, ήταν το τραούδιν με το οποίον εξεκίνουν τες συναυλίες.

Μέσα ’πο τούτα ούλλα εδημιουργήθηκεν μέσα μου η δική μου ερμηνεία της Καρπασίτισσας, που την ηχογράφησα τζ̆’ εκυκλοφόρησεν στην δισκογραφικήν μου έκδοσην «Κυπραία Φωνή – Στ’ αγνάρκα των τζ̆αιρών», το 2002.

Μιχάλης Ττερλικκάς
5 του Γεννάρη, 2016

ΦΩΝΗ ΛΥΣ̆ΙΩΤΙΣΣΑ

ΦΩΝΗ ΛΥΣ̆ΙΩΤΙΣΣΑ

Μιχάλης Ττερλικκάς – Μουσική Παρέα «Μούσα»

Δισκογραφική έκδοση: «Κυπραία Φωνή – Στ’ αγνάρκα των τζ̆αιρών» - 2002

Την «Λυσ̆ιώτισσαν» άκουα την που το ράδιον, που την δεκαετίαν του 60΄ που τον Χριστοφήν Τζ̆ιρτζ̆ιπήν που την Λύσην τζ̆’ ετραούδουν την όπως την αττυμούμουν, που τον τζ̆αιρόν που άρκεψα να κάμνω συναυλίες. Την δεκαετίαν του 90΄ έπκιασα του συνέντευξην τζ̆’ ετραούδησεν μου την. Για την δικήν του σχέσην με την φωνήν είπεν μου:

«Εγιώνι την φωνήν τούτην άκουσα την που τον χωρκανόν μου τον Μένοικον του Καγκάρη.

Έβαλα της τζ̆αι τα δικά, μου τζ̆’ επαράλλαξα την. Επήα μιαν ημέραν τζ̆ειαμαί στο μαχαζίν του Καστέα τζ̆αι λαλώ του:

  • Κωστή, άκου τού’ν την φωνήν τζ̆αι πε μου αν σου αρέσκει.

Ετραούδησα του την τζ̆’ άρεσεν του. Επήρα τζ̆’ εγιώνι πάνω μου τζ̆’ ετραούδουν την έτσι.»

Εγιώ λαλώ έβαλεν καλά την σφραγίδαν του ο Τζ̆ιρτζ̆ιπής, τζ̆αι στην ουσίαν τζ̆είνος την έκαμεν γνωστήν. Οι υπόλοιποι εκλουθήσαμεν του.

Ο Κωστής Κωστέας, πρωτεργάτης στη δημιουργία του ΣΥ.ΚΑ.ΛΥ, είπεν μου ότι η «Λυσ̆ιώτισσα» εν’ έναν μείγμαν της «Αυκορίτισσας» της «Κοτσ̆ινοήτισσας» τζ̆αι της «Παραλιμνίτισσας».

Με τούτα ούλλα στον νουν μου έβαλα τζ̆’ εγιώ το χαλίτζ̆ιν μου, τζ̆’ ετραούδουν την για κάμποσον τζ̆αιρόν στες συναυλίες. Όσες φορές την ετραούδησα τζ̆’ έπαιζεν μου βκιολίν ο Δημήτρης Κατσαρής (Πιτρακκής), παλιός βκιολάρης που την Λύσην τζ̆αι που τους πρώτους στο ΣΥ.ΚΑ.ΛΥ, έβκαιννεν μου πιο γλυτζ̆ιά. Με τες πολλές φορές εκατάλαβα ότι ο λό’ς ήταν το παίξιμον του Πιτρακκή. Έτσι, το 2002 που την ηχογραφήσαμεν στο στούτιο για την δισκογραφικήν έκδοσην: «Κυπραία Φωνή – Στ’ αγνάρκα των τζ̆αιρών», επροτίμησα να παίξει βκιολίν ο Πιτρακκής.

Στο συγκεκριμένον βίντεο, που είναι από εκπομπή του MEGA TV, το 2000, παίζουν οι μουσικοί: Κώστας Καρπασίτης (βκιολίν), Γιάννης Σουρουλλάς (λαούτον) τζ̆αι Νίκος Σουρουλλάς (ταμπουτσ̆ιαν).

Μιχάλης Ττερλικκάς

7 του Μάη, 2016

ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΣΑΤΣ̆ΙΩΝ – ΑΣ̆ΕΡΟΜΠΑΣΜΑΝ

ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΣΑΤΣ̆ΙΩΝ – ΑΣ̆ΕΡΟΜΠΑΣΜΑΝ

Μιχάλης Ττερλικκάς - μουσική Παρέα «Μούσα»

Ζωντανή οπτικογράφηση από τη συναυλία «Ανασκάπτοντας την παράδοση»

17ο Πολιτιστικό Φεστιβάλ Πανεπιστημίου Κύπρου - 30 Ιουνίου 2014

Το Ασ̆ερόμπασμαν άκουσα το για πρώτην φοράν, την δεκαετίαν του ΄60, που τον αείμνηστον Θ. Καλλίνικον, που το ράδιον. Άρεσεν μου πολλά αλλά, η αλήθκεια, εν’ εγράφτηκεν καλά στον νουν μου.

Το 1987 εδισκογράφησεν το ο Χρήστος Σίκκης στον πρώτον του δίσκον βινυλίου, με τίτλον «Ώρα Καλή». Γύριση γρόνου, το 1988, εδισκογραφήθηκεν που τον Μιχάλην Χριστοδουλίδην σε δίσκον βινυλίου με τίτλον «Στες Άκρες των Ακρών» με ερμηνευτήν τον Κώσταν Χαραλαμπίδην.

Ύστερις που τούτες τες δκυο ερμηνείες αττυμήθηκα την ερμηνείαν του Θ. Καλλίνικου. Εγύρεψα την τζ̆αι ηύρα την. Με προζύμιν τες τρεις, τούτες, ερμηνείες έκαμα την δικήν μου τζ̆’ άρκεψα να το τραουδώ στες συναυλίες.

Εν έμεινα, όμως δαμαί. Που το βιβλίον του Θ. Καλλίνικου «Κυπριακή Λαϊκή Μούσα» έξερα ότι το τραούδιν εκατάγραψεν το στην Ζώδκιαν. Εγύρεψα τζ̆’ ηύρα. Έτσι το 1998, έπκιασα συνέντευξην που τους αδελφούς Αντρέαν τζ̆αι Παναγιώτην Μασούραν, που την Κάτω Ζώδκιαν. Εξέραν καλά το τραούδιν τζ̆αι την ιστορίαν του. Μάλιστα, ονομάσαν μου το «Φωνή των Σατσ̆ιών» τζ̆’ ετραουδήσαν μου το όπως το αττυμούνταν.

Την δουλειάν τ’ ασ̆ερομπασμάτου, δηλαδή την μεταφοράν του ασ̆έρου που το αλώνιν στο

ασ̆ερονάριν, αττυμούμαι την καλά. Εγίνετουν νύκταν που είσ̆εν νοθκιάν τζ̆αι πον εφύσαν αέρας. Εσυνάουνταν πολλοί για να τανύσουν, τζ̆’ ήταν χρυσή ευκαιρία για τους σκαπούλλους να ρέξουν που το στενόν της αγαπημένης τους, με τα γαούρκα φορτωμένα, τραουδώντα.

Ο Αντρέας τζ̆’ ο Παναγιώτης επροσθέσαν ότι κυρίως την «Φωνήν των Σατσ̆ιών» ετραούδαν την ο ασ̆ερομπαστής, τζ̆είνος που ήταν πάνω στο δώμαν τζ̆’ έγυρνεν το άσ̆ερον που την ασ̆ερότρυπαν, όσην ώραν εκαρτέραν το επόμενον φορτίον. Μάλιστα ο Παναγιώτης επρόσθεσεν: «Αττυμούμαι μιαν νύχταν που ασ̆ερομπάζαν στην γειτονιάν μου τον Πετρήν του Χατζ̆ηλοϊζ̆ιά, άλλως Κλατσ̆ιάν, που ετραούδαν τζ̆’ εσυγκράτησα το εξής δίστιχον:

Ω! Τζ̆’ έτην Οπλιάν π’ ανέφανεν

με τ’ άστρα της τα έξι.

Ω! Τζ̆’ όποιος αγάπην ’εν εσ̆ει

ας έρτει να δκιαλέξει.

Με τούτα ούλλα μέσα μου ηχογράφησα το τραούδιν το 2002 τζ̆’ εκυκλοφόρησεν στην Δισκογραφική έκδοσην: «Κυπραία Φωνή – Στ’ αγνάρκα των τζ̆αιρών», με τίτλον: «Φωνή των Σατσ̆ιών (Ασ̆ερόμπασμαν)».

Η ιστορία, όμως, ’εν ετέλειωσεν δαχαμαί. Το 2004 εσυμμετείχα στο «ThreeIslandsProject», μια τριετή θεατρική συνεργασία μεταξύ Κύπρου, Μάλτας και Κορνουάλης. Εν’ μιάλη ιστορία. Κοντολοής έπαιζα τον ρόλον κάποιου ταχυδρόμου που τον επέψαν σε μιαν σοβαρήν αποστολήν τζ̆’ άμαν εστράφην με την απάντησην στο σ̆έριν, ηύρεν το χωρκόν του εγκαταλειμμένον. Ψυσ̆ή Θεού! Τζ̆ειαμαί έπρεπεν να τραουδήσω έναν τραούδιν. Τους στίχους έγραφα τους εγιώ. Ήρτεν μου αμέσως στον νουν η μελωδία τ’ Ασ̆ερομπασμάτου. Ήταν τότε νοστά π’ αννοίξαν οι στράτες με τα κατεχόμενα τζ̆’ έρκουνταν οι εικόνες με τα σπίθκια μας χαλαμάντουρα, δίχα πόρτες, δίχα παναθύρκα. Τούτες οι εικόνες εσμίξαν με τα συναισθήματα που μου επροκάλεν ο ρόλος μου τζ̆’ έβκην μου ο στίχος:

Εμείναν ούλλα ξάννοιχτα

τζ̆αι γέρημες οι στράτες.

Ασύντυχα τα δώματα

τζ̆αι πούντες μαυρομμάτες;!

Τούτον ήταν. Ο στίχος, τραουδημένος στην μελωδίαν τ’ ασ̆ερομπασμάτου, εγίνην έναν που τα πιο δυνατά σημεία της παράστασης. Έμεινεν όμως ως τζ̆ειαμαί.

Ύστερις που λλία γρόνια, σε μιαν συναυλίαν που έτυχεν νά ’χω μιαν διάθεσην παράξενην, την ώραν που ετέλειωσεν το Ασ̆ερόμπασμαν τζ̆’ οι μουσικοί εκλείσαν το τραούδιν ήρτεν μου ο στίχος, εμείναν ούλλα ξάννοιχτα… τζ̆’ ετραούδησα τον ακαπέλλα. Πάλε εξηχάστηκεν…

Φαίνεται όμως ότι είσ̆εν πολλύν γινάτιν!... Το 2014 επίνναμεν καφέν με τον φίλον μου τον Μιχάλην τον Πιερήν τζ̆’ εκουβενκιάζαμεν για μιαν συναυλίαν πού ’σ̆εν να κάμω το καλοτζ̆αίριν στο Πολιτιστικό Φεστιβάλ του Πανεπιστημίου Κύπρου. Είπεν μου ότι μιας τζ̆’ εκλείαν 40 γρόνια που τον ξεριζωμόν, εννά ’τουν καλά να δώσει τζ̆’ η συναυλία μας το δικόν της μήνυμαν. Ήρτεν αμέσως στον νουν μου ο στίχος, εμείναν ούλλα ξάννοιχτα… Είπα του τον τζ̆’ άρεσεν του. Άμαν τζ̆’ έφυεν, όπως ήμουν ήδη σε τζ̆εἰνην την διάθεσην ήρτεν μου αλλόνας στίχος.

Σαράντα γρόνους άγρυπνος

στ’ αλώνιν καρτερώ σε.

Σε στράτες γης τζ̆αι ουρανού

κάθε αυκήν θωρώ σε.

Έπεψα τον του Μιχάλη τζ̆’ άρεσεν του. Έτσι η συναυλία έκλεισεν με τούτες τες δκυο στροφές.

Που τότες, με τες δκυο τούτες στροφές, τζ̆αι με άλλην ερμηνευτικήν διάθεσιν, το Ασ̆ερόμπασμαν έννεν για μέναν πκιον μόνον έναν ερωτικόν τραούδιν μιας περασμένης εποχής αλλά έναν τραούδιν - παράπονον. Παράπονον για τες χαμένες μας αγάπες, τους χαμένους μας τόπους, τον χαμένον μας πολιτισμόν τζ̆αι την χαμένην μας αξιοπρέπειαν.

Μιχάλης Ττερλικκάς

31 του Γεννάρη, 2016